ΕΜΕΙΣ ΑΔΑ ΚΙ IΝΟΥΜΕΣ,
Σ’ ΕΜΕΤΕΡΑ ΘΑ ΠΑΜΕ...
Tuesday, May 19, 2015
Γενοκτονία από τους Τούρκους, «δούλεμα» από Έλληνες πολιτικούς
Το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ποντίων αντί να δώσει αφορμή επιθετικής πολιτικής από ελληνικής πλευράς μπλέχτηκε στα γρανάζια της μικροπολιτικής
Παρά το ότι διαφωνώ σε πολλές ενέργειές του, αυτό δεν μ’ εμποδίζει να αποδώσω τα εύσημα στον κ. Μιχάλη Χαραλαμπίδη, διότι χάρις σ’ αυτόν είναι ακόμη ενεργό το ζήτημα της αναγνώρισης από τα διεθνή φόρα της ποντιακής Γενοκτονίας. Παρά τις αντίθετες εισηγήσεις τουρκολάγνων πολιτικών, ο κ. Χαραλαμπίδης έπεισε τον Ανδρέα Παπανδρέου και καθιερώθηκαν επίσημα στην Ελλάδα οι εκδηλώσεις Μνήμης. Όμως, από την πρώτη στιγμή άρχισαν οι υπόγειες προσπάθειες ακύρωσης αυτής της αναγνώρισης, που επιτάθηκαν με την ασθένεια του Α. Παπανδρέου και την αλλαγή πλεύσης του ΠΑΣΟΚ. Ανατέθηκε κατ’ αρχή, από τη Βουλή των Ελλήνων, στους κ.κ. Μ. Χαραλαμπίδη και Κ. Φωτιάδη η τεκμηριωμένη ιστορική επιστημονική συγγραφή, συνοδευόμενη φυσικά από τα απαραίτητα έγγραφα, κυρίως εκ των αρχείων των ΥΠΕΞ δυτικών χωρών, αλλά και εκ των απομνημονευμάτων των διπλωματών που υπηρέτησαν στην περιοχή.
Ομολογουμένως ο κ. Κ. Φωτιάδης επιτέλεσε τιτάνιο έργο, και παρέδωσε -σύμφωνα με την εντολή που έλαβε- 14τομο σύγγραμμα στον τότε πρόεδρο της Βουλής κ. Κακλαμάνη, όπου καταγράφεται με απόλυτα πειστικό τρόπο το έγκλημα που διαπράχτηκε εις βάρος των Ελλήνων, αλλά ο πρόεδρος… αρνήθηκε να το παραλάβει. Και μόνο μετά τις εντονότατες διαμαρτυρίες πολιτικών και φορέων ποντιακών σωματείων, επιλέχθηκε η λύση της συμπύκνωσης του κειμένου.
Αλλά και σε τοπικό επίπεδο, το ζήτημα της Γενοκτονίας έγινε αντικείμενο μικροκομματικής πολιτικής. Στην Κομοτηνή, αποφεύγουν οι χριστιανοί αυτοδιοικητικοί τις εκδηλώσεις μνήμης, εξαρτώμενοι από τις ελεγχόμενες υπό του Προξενείου ψήφους. Σε άλλες περιπτώσεις, οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες με το ευρύτατο δίκτυο που διαθέτουν στην Ελλάδα, επιχειρούν να υποβαθμίσουν το θέμα, αλλά και τη σημερινή επιθετικότητα της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδος. Επειδή ασχολούμαι επί μακρόν με θέματα εξωτερικής πολιτικής των Βαλκανίων, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι σε κάθε διάλεξη με θέμα τον Πόντο ή την Αρμενία, υπάρχουν άνθρωποι του τουρκικού Προξενείου, οι οποίοι με άψογα ελληνικά υποβάλλουν ερωτήσεις ή ασκούν αρνητική παρελκυστική κριτική. Σήμερα με το διαδίκτυο, λόγω της ανωνυμίας, είναι ευκολότερο να εμφανίζονται κάποιοι παριστάνοντας τον Έλληνα, αμβλύνοντας τη διάθεση για άμυνα σε κάθε επιβουλή. Αυτά είναι γνωστά.
Θα περίμενα όμως να δω συντονισμένες αντιδράσεις εκ μέρους των φορέων ποντιακών σωματείων αλλά και από τους μεμονωμένους Ποντίους. Στην εκδήλωση της Αγιά Σοφιάς, ήσαν 2-3 χιλιάδες οι παρευρισκόμενοι, εκ των οποίων πολλοί μη Πόντιοι, μεταξύ των οποίων κι εγώ. Δεν είδα όμως τους 300.000 περίπου Ποντίους που κατοικούν ή διαμένουν στο πολεοδομικό συγκρότημα. Η παρουσία σε εκδήλωση μνήμης των προγόνων τους, δεν θα έπρεπε να θεωρείται απαραίτητη;
Δεν μιλώ φυσικά για την απουσία του δημάρχου. Ο οποίος δεν έχει πληροφορηθεί ότι για λίγο καιρό μπορείς να δουλεύεις κάποιους, όχι όμως πολλούς για πολύ. Το έκανε και με τον Ηρακλή, όπου δήλωσε μεν ότι δεν πρέπει να υποβιβαστεί και παράλληλα «τι θα γίνει αν πέσει στην δεύτερη κατηγορία;». Με τους Ποντίους τα ίδια.
Για τη λατρεία του στον σφαγέα των Ελλήνων Κεμάλ, γράψαμε ήδη. Όμως, ενώ το πρωί της 19ης Μαΐου τελέστηκε μνημόσυνο, όπου έβγαλε έναν πολύ προσεκτικά διατυπωμένο λόγο περί συμφιλίωσης των λαών κ.λπ., αφιέρωσε και δυο τρεις φράσεις για «να μην ξεχάσουμε», την ίδια μέρα συμμετείχε στην τουρκική πρόκληση.
Δέχτηκε τους Τούρκους αυτοκινητιστές, που με περισσό θράσος ήρθαν στη Θεσσαλονίκη για να πάρουν χώμα από το δήθεν σπίτι του Κεμάλ, λόγω της εθνικής τους εορτής -την ίδια μέρα- επειδή έδιωξαν τους Έλληνες από τον Πόντο. Στάθμευσαν στο Δημαρχείο και ο δήμαρχος τους υποδέχθηκε θερμά. Αναρωτιέμαι τι θα συμβεί, αν μια ομάδα από εμάς βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη κατά την 25η Μαρτίου, κρατώντας αφίσες με πίνακα του Κολοκοτρώνη.
Τα ίδια έκανε και ο κ. Παπαγεωργόπουλος. Μετά από πολλές πιέσεις και αλλεπάλληλες αναβολές έστησε ένα μνημείο στην πλατεία της Αγιάς Σοφιάς, που υποτίθεται ότι είναι μνημείο για τη Γενοκτονία των Ποντίων. Αυτό ειπώθηκε και κατά την τελετή αποκαλυπτηρίων. Μόνο που δεν πρόσεξαν οι Πόντιοι, ότι η επιγραφή στο μνημείο μιλά για τους μάρτυρες και ήρωες του Πόντου, άνευ χρονολογίας! Ποιας εποχής μάρτυρες; Του Μιθριδάτη; Της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας; Οι πρόσφατες, τότε, κουμπαριές του Καραμανλή με τον Ερντογάν, δεν επέτρεψαν να αναγραφεί ούτε η χρονολογία 1919. Κάποιοι, το θεώρησαν εμπαιγμό.
Το λόγο έχουν τα Ποντιακά σωματεία, αν αποβάλουν τις κομματικές ταυτότητες και τις «εμφυλιοπολεμικές έριδες».
Ο Μακεδών
Η Ποντιακή μας μνήμη
Για τον σημερινό Έλληνα, ο Πόντιος δεν είναι θύμα της γενοκτονίας μα μόνο ο ήρωας ηλίθιων ανεκδότων που ουσιαστικά και ιστορικά προέρχονται από την Τουρκία. Στα σχολικά βιβλία της Ελλάδας όπως πολύ σωστά το επισήμανε ο Α. Παυλίδης δεν υπάρχουν πραγματικές αναφορές στον ελληνισμό του Πόντου. Δεν ξέρουν τα παιδιά μας την ομορφιά των ποντιακών θρήνων. Δεν γνωρίζουν τα ακριτικά άσματα. Διότι κανείς δεν τους μαθαίνει τα ιστορικά δεδομένα. Επιπλέον σπάνιοι είναι οι ειδικοί του Πόντου που μπόρεσαν να καταλάβουν θέσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Διότι η στρατηγική της σιωπής δρα ενεργά. Με άλλα λόγια ενισχύουμε μόνοι μας τη γενοκτονία της μνήμης. Για τον απλό Έλληνα, οι Πόντιοι είναι πρόσφυγες με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της ιδιότητας. Δεν αναρωτιέται όμως ποιος δεν είναι πρόσφυγας ή απόγονος πρόσφυγα στην Ελλάδα. Αυτή η απλοποίηση του ποντιακού ζητήματος επιτρέπει σε πολλούς να το αφανίσουν από τα εθνικά μας προβλήματα. Υπάρχει τώρα ένα πολύ θετικό πλαίσιο για το ζήτημα της γενοκτονίας μέσω των προβλημάτων της αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας, όμως κανείς δεν το αξιοποιεί αποτελεσματικά για το ποντιακό ζήτημα. Στη Γαλλία ειδικά αλλά και σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Αρμένιοι διεκδικούν δυναμικά τα δικαιώματά τους και την αναγνώριση της γενοκτονίας ως sine qua non όρο. Αυτό είναι ένα δημιουργικό και συμμαχικό παράδειγμα. Οι γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων συσχετίζονται ιστορικά και κάθε αναγνώριση της μιας ενισχύει την αναγνώριση της άλλης. Πρέπει όμως να λειτουργήσουν και σαν ζευγάρι εφόσον ο στόχος τους είναι ο ίδιος. Πρέπει να είμαστε ενωμένοι και στο παρόν και στο μέλλον μέσω του παρελθόντος μας. Η δυναμική διεκδίκηση είναι απαραίτητη ειδικά σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο όπου όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τα στοιχεία της Τουρκίας. Άμα δεν διεκδικήσουμε την ύπαρξή μας και την ιστορία μας, ποιος θα το κάνει; Αν ξεχάσουμε την ίδια μας τη μνήμη και τη μετατρέψουμε σε ανέκδοτο, ποιο Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα θα έρθει να μας βοηθήσει στον αγώνα μας; Δεν μπορεί να υπάρξει αγώνας δίχως μνήμη και εκπαίδευση. Το ποντιακό στοιχείο δεν είναι μια εκφυλισμένη περίπτωση για την ιστορία της Ελλάδας. Και μόνο η αναφορά στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας επαρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Όποιος το ξέρει μπορεί να αγωνιστεί, οι άλλοι όμως; Οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζουν την ιστορία τους αν θέλουν πραγματικά να υπάρχει η ρωμιοσύνη. Οι Πόντιοι συνεχίζουν ακόμα και τώρα να τραγουδούν την ιστορία μας, όμως ποιος ακούει το άσμα τους; Πολλοί από εμάς ξέχασαν τους θρήνους, τους ύμνους και τη γενοκτονία. Οι λίγοι όμως θυμούνται όπως και οι πέτρες. Η αντίστασή τους πρέπει να ενισχυθεί με τα ευρωπαϊκά δεδομένα εφόσον τα ελληνικά δεν επαρκούν, έτσι ώστε να βοηθήσουν εκ των υστέρων και πάλι την πατρίδα μας. Ο Πόντος δεν μας ξέχασε. Κι εμείς δεν πρέπει να τον ξεχάσουμε διότι είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Αν τον ξεχάσουμε, θα ξεχάσουμε και την ύπαρξή μας.
Ν. Λυγερός
Ν. Λυγερός
19 ΜΑΙΟΥ... ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ
Η Ρωμανία αν πέρασεν, η Ρωμανία αν 'πάρθεν
Η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο
Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1461), γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές και ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα την συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση - γενοκτονία του 20ου αιώνα. Η συστηματική εξόντωση των Ποντίων, όπως και των γειτόνων τους Αρμενίων, υπήρξε προσχεδιασμένο έγκλημα. Η απόφαση για την εξόντωση τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μουσταφά Κεμάλ (1919 - 1923). Στο συνέδριο των Νεοτούρκων, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911, πάρθηκε η εξής απόφαση: «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Οι μωαμεθανικές αντιλήψεις και η μωαμεθανική ισχύς πρέπει να κυριαρχήσουν στη χώρα. Η κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να καταπνίγεται. Η ύπαρξη της αυτοκρατορίας εξαρτάται από την δύναμη του νεοτουρκικού κόμματος και από την συντριβή όλων των ανταγωνιστικών σ' αυτό ιδεολογιών. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ολοκληρωθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και, ασφαλώς, είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν θα μπορέσει να γίνει με την πειθώ και κατά συνέπεια θα πρέπει να προσφύγουμε στην ένοπλη βία. Ο χαρακτήρας της αυτοκρατορίας πρέπει να μείνει μωαμεθανικός και θα πρέπει να δούμε ότι οι μωαμεθανικοί θεσμοί και οι μωαμεθανικές παραδόσεις θα πρέπει να γίνονται σεβαστά. Το δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν τις δικές τους οργανώσεις θα πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης είναι προδοσία στην τουρκική αυτοκρατορία. Οι εθνότητες είναι αμελητέες ποσότητες. Μπορούν να κρατήσουν την θρησκεία τους, αλλά όχι την γλώσσα τους. Η διάδοση της τουρκικής γλώσσας είναι ένα από τα κυριότερα μέσα εξασφάλισης της μωαμεθανικής υπεροχής και της αφομοίωσης των μη μωαμεθανικών στοιχείων ...;». | Στις 26 Ιουλίου 1909 ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Miguel έστειλε αναφορά στο Βερολίνο σχετικά με τη συνάντηση του πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ με τον Τούρκο πρωθυπουργό Σεφκέτ πασά, γεγονός που είχε γίνει πρωτοσέλιδο θέμα όλων των εφημερίδων που εκδίδονταν τότε στην Κωνσταντινούπολη. Για πρώτη φορά ένας Τούρκος πρωθυπουργός απειλούσε αυτοπροσώπως το θρησκευτικό ηγέτη της μεγαλύτερης μειονότητας λέγοντας μεταξύ άλλων «θα σας κόψουμε τα κεφάλια, θα σας εξαφανίσουμε. Ή εμείς θα επιζήσουμε ή εσείς». Οι Τούρκοι χωρίς προσχήματα πια πέρασαν στην επίθεση. Από κάθε γωνιά του Πόντου και της Μικράς Ασίας έρχονταν καταγγελίες. Στις 30 Μαΐου 1911 ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης κατάγγειλε στο οικουμενικό πατριαρχείο και στο υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τις βαρβαρότητες οργάνων της τουρκικής κυβέρνησης στην περιοχή του. Οι Νεότουρκοι κήρυξαν οικονομικό πόλεμο σε καθετί ελληνικό. Απαγόρευσαν τα ελληνικά προϊόντα και δεν επέτρεψαν στα ελληνικά πλοία να αγκυροβολήσουν σε τουρκικά λιμάνια. Αυτό το εμπορικό μποϊκοτάζ πραγματοποιήθηκε σε ολόκληρη την Τουρκία και, φυσικά, και στον Πόντο. Η μισαλλόδοξη και αντιχριστιανική πολιτική των Νεότουρκων οδήγησε σε Βαλκανικούς πολέμους, με ενωμένες τις χριστιανικές χώρες της Βαλκανικής εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, βέβαια, οι διωγμοί αυξήθηκαν. Στην Τραπεζούντα οι τουρκικές εφημερίδες παρακινούσαν τους αναγνώστες ν' αρχίζουν τους διωγμούς και τις σφαγές. Έτσι ο τουρκικός όχλος αφιονίστηκε προετοιμάζοντας μεγάλες σφαγές. Οι σποραδικές δολοφονίες άρχισαν να αυξάνονται. Χωρικοί που πήγαιναν να δουλέψουν στα χωράφια τους βρίσκονταν καθημερινά δολοφονημένοι. Οργανωμένες τουρκικές συμμορίες, κατά την διάρκεια της νύχτας, λεηλατούσαν πόλεις και χωριά. Οι διωγμοί εκδηλώθηκαν, αρχικά, με μορφή σποραδικών κρουσμάτων βίας, καταστροφών απελάσεων και εκτοπισμών. Πολύ γρήγορα έγιναν πολύ συστηματικοί, πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι και στρέφονταν τόσο κατά των Ελλήνων όσο κατά των Αρμενίων. Εμπνευστής και εγκέφαλος αυτής της επιχείρησης γενοκτονίας ήταν ο Μεχμέτ Ταλαάτ, υπουργός Εσωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με δικές του εντολές εξαπολύθηκαν οι διωγμοί κατά των «ανεπιθύμητων» εθνοτήτων σε μια τεράστια έκταση. Το οικουμενικό πατριαρχείο αναγκάστηκε σε ένδειξη πένθους να κλείσει στις 15 Μαΐου 1914 όλες οι εκκλησίες και τα σκολεία και να καταγγείλει στις Μεγάλες Δυνάμεις τους νέους διωγμούς. Δεν κατάφερε όμως τίποτα, γιατί κηρύχθηκε στο μεταξύ κηρύχθηκε στο μεταξύ ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, στον οποίο η Τουρκία έλαβε μέρος ως σύμμαχος της Γερμανίας, έχοντας πλέον την ευχέρεια να εφαρμόσει πλήρως το παλαιότερο σχέδιο της εξόντωσης των Χριστιανών. Οι Νεότουρκοι είχαν πεισθεί πως μόνο με τη φυσική εξόντωση των γηγενών λαών, των Ελλήνων και των Αρμενίων, θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Η Γερμανία στην προσπάθεια της να πετύχει τους στόχους της στο νευραλγικό τομέα της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής δε δίστασε να θυσιάσει τους Χριστιανικούς λαούς της Ανατολής στο βωμό του παντουρκισμού. Σε κάποιο βαθμό ήταν συνυπεύθυνη για τις γενοκτονίες των Ελλήνων και των Αρμενίων. Εξάλλου, αυτός που εισηγήθηκε στους Τούρκους την απομάκρυνση των Ελλήνων από τα παράλια, δήθεν για στρατιωτικούς λόγους ήταν ο Γερμανός αρχιστράτηγος Liman von Sanders, που πήρε, τον τίτλο του πασά. Με την συγκατάθεση της Γερμανίας οι Τούρκοι έστειλαν τους Χριστιανούς που στρατολογούσαν στα τάγματα εργασίας. Σκοπός των Τούρκων με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολήσεις χωριών και τις λεηλασίες ήταν να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα τον εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν. Η ήττα της Τουρκίας από τις δυνάμεις της Αντάντ και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου έφερε μία προσωρινή ανάπαυλα στο απάνθρωπο σχέδιο των Νεοτούρκων. Όμως, το 1919 άρχισε νέος άγριος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Στις 19 Μαΐου 1919 άρχισε η δεύτερη και σκληρότερη φάση της ποντιακής γενοκτονίας. Ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα ως απεσταλμένος της οθωμανικής κυβέρνησης με την ιδιότητα του επιθεωρητή. Άρχισε, όμως, από την Σαμψούντα ένα εγκληματικό έργο αντίθετο με την αποστολή του. Με τη βοήθεια μελών του νεοτουρκικού κομιτάτου συγκρότησε μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κήρυξε μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδίασε την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησης του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια με τους τσέτες του ο Κεμάλ. Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας ανταρτικό για την προστασία του άμαχου πληθυσμού. Το ποντιακό ανταρτικό, που είχε τον χαρακτήρα της εθνικής αντίστασης, έδρασε κυρίως στον δυτικό Πόντο, ενώ στο ανατολικό είναι γνωστό το περήφανο ανταρτικό της Σάντας. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και το ακατάβλητο ποντιακό ανταρτικό. Στις περιοχές που οι αντάρτες δε μπορούσαν να δράσουν, οι Τούρκοι ανενόχλητοι συνέχιζαν το καταστροφικό τους έργο. Το τέλος του Ποντιακού Ελληνισμού πλησιάζε. Οι φωνές λιγόστευαν. Στις 25 Μαΐου 1922 αντιπροσωπεία της ελληνικής ναυτικής βάσης, που είχε την έδρα της στην Κωνσταντινούπολη, σύνταξε έκθεση που στάλθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών: «Η καταστασις των χριστιανών των άνω περιοχών είναι οικτρότατη. Εις την ύπαιθρον χώραν κάτοικοι παντάπασιν δεν υπάρχουσιν. Πάντα τα χριστιανικά χωρία έχουσι πυρποληθεί, εκ δε των κατοίκων άλλοι μεν απελαθέντες εσφάγησαν καθ' οδόν, άλλοι δε συλληφθέντες εφονεύθησαν επιτοπίως ή εκάησαν ζώντες». Τον επίλογο της τραγικής ποντιακής γενοκτονίας αποτέλεσε ο βίαιος ξεριζωμός των επιζώντων μετά τη νίκη της Τουρκίας. Με την συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών ήρθαν στην Ελλάδα Οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν την ζωή τους, κατά την διάρκεια των διωγμών και του ξεριζωμού, ξεπερνούν τους 350.000. Η βουλή των Ελλήνων, τον Φεβρουάριο του 1994, ψήφησε ομόφωνα την κήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου την περίοδο 1916 - 1923. Η αναγνώριση αυτή δικαίωση ηθικά των ποντιακό ελληνισμό.
Πηγή: Από την Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού», εκδόσεις «Μαλλιάρης Παιδεία». http://ow.ly/KNICZ
19 ΜΑΙΟΥ... ΗΜΕΡΑ
ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ
Η Ρωμανία αν πέρασεν, η Ρωμανία αν 'πάρθεν
Η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο
Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας
(1461), γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές και ξεριζωμούς και
προσπάθειες
για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα την
συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση - γενοκτονία του 20ου αιώνα.
Η συστηματική εξόντωση των Ποντίων, όπως και των γειτόνων τους Αρμενίων,
υπήρξε προσχεδιασμένο έγκλημα. Η απόφαση για την εξόντωση τους πάρθηκε
από τους Νεότουρκους το 1911,
εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε
από το Μουσταφά Κεμάλ (1919 - 1923).
Στο συνέδριο των Νεοτούρκων, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το
1911, πάρθηκε η εξής απόφαση: «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική
χώρα. Οι μωαμεθανικές αντιλήψεις
και η μωαμεθανική ισχύς πρέπει να κυριαρχήσουν στη χώρα. Η κάθε άλλη
θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να καταπνίγεται. Η ύπαρξη της
αυτοκρατορίας εξαρτάται από την δύναμη
του νεοτουρκικού κόμματος και από την συντριβή όλων των ανταγωνιστικών
σ' αυτό ιδεολογιών. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ολοκληρωθεί η πλήρης
οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας.
Και, ασφαλώς, είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν θα μπορέσει να γίνει με την
πειθώ και κατά συνέπεια θα πρέπει να προσφύγουμε στην ένοπλη βία. Ο
χαρακτήρας της αυτοκρατορίας πρέπει
να μείνει μωαμεθανικός και θα πρέπει να δούμε ότι οι μωαμεθανικοί θεσμοί
και οι μωαμεθανικές παραδόσεις θα πρέπει να γίνονται σεβαστά. Το
δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν τις δικές τους οργανώσεις θα
πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης είναι προδοσία στην
τουρκική αυτοκρατορία. Οι εθνότητες είναι αμελητέες ποσότητες. Μπορούν
να κρατήσουν την θρησκεία τους, αλλά όχι την γλώσσα τους. Η διάδοση της
τουρκικής γλώσσας είναι ένα από τα κυριότερα μέσα εξασφάλισης της
μωαμεθανικής υπεροχής και της αφομοίωσης των
μη μωαμεθανικών στοιχείων ...;». |
Στις 26 Ιουλίου 1909 ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Miguel
έστειλε αναφορά στο Βερολίνο σχετικά με τη συνάντηση του πατριάρχη
Ιωακείμ Γ΄ με τον Τούρκο πρωθυπουργό
Σεφκέτ πασά, γεγονός που είχε γίνει πρωτοσέλιδο θέμα όλων των εφημερίδων
που εκδίδονταν τότε στην Κωνσταντινούπολη. Για πρώτη φορά ένας Τούρκος
πρωθυπουργός απειλούσε
αυτοπροσώπως το θρησκευτικό ηγέτη της μεγαλύτερης μειονότητας λέγοντας
μεταξύ άλλων «θα σας κόψουμε τα κεφάλια, θα σας εξαφανίσουμε. Ή εμείς θα
επιζήσουμε ή εσείς».
Οι Τούρκοι χωρίς προσχήματα πια πέρασαν στην επίθεση. Από κάθε γωνιά του
Πόντου και της Μικράς Ασίας έρχονταν καταγγελίες. Στις 30 Μαΐου 1911 ο
μητροπολίτης Αμασείας
Γερμανός Καραβαγγέλης κατάγγειλε στο οικουμενικό πατριαρχείο και στο
υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τις βαρβαρότητες οργάνων της τουρκικής
κυβέρνησης στην περιοχή του.
Οι Νεότουρκοι κήρυξαν οικονομικό πόλεμο σε καθετί ελληνικό. Απαγόρευσαν
τα ελληνικά προϊόντα και δεν επέτρεψαν στα ελληνικά πλοία να
αγκυροβολήσουν σε τουρκικά λιμάνια.
Αυτό το εμπορικό μποϊκοτάζ πραγματοποιήθηκε σε ολόκληρη την Τουρκία και,
φυσικά, και στον Πόντο.
Η μισαλλόδοξη και αντιχριστιανική πολιτική των Νεότουρκων οδήγησε σε
Βαλκανικούς πολέμους, με ενωμένες τις χριστιανικές χώρες της Βαλκανικής
εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, βέβαια, οι διωγμοί αυξήθηκαν. Στην
Τραπεζούντα οι τουρκικές εφημερίδες παρακινούσαν τους αναγνώστες ν'
αρχίζουν τους διωγμούς και τις σφαγές.
Έτσι ο τουρκικός όχλος αφιονίστηκε προετοιμάζοντας μεγάλες σφαγές.
Οι σποραδικές δολοφονίες άρχισαν να αυξάνονται. Χωρικοί που πήγαιναν να
δουλέψουν στα χωράφια τους βρίσκονταν καθημερινά δολοφονημένοι.
Οργανωμένες τουρκικές συμμορίες,
κατά την διάρκεια της νύχτας, λεηλατούσαν πόλεις και χωριά. Οι διωγμοί
εκδηλώθηκαν, αρχικά, με μορφή σποραδικών κρουσμάτων βίας, καταστροφών
απελάσεων και εκτοπισμών.
Πολύ γρήγορα έγιναν πολύ συστηματικοί, πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι
και στρέφονταν τόσο κατά των Ελλήνων όσο κατά των Αρμενίων. Εμπνευστής
και εγκέφαλος αυτής της επιχείρησης
γενοκτονίας ήταν ο Μεχμέτ Ταλαάτ, υπουργός Εσωτερικών της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας. Με δικές του εντολές εξαπολύθηκαν οι διωγμοί κατά των
«ανεπιθύμητων» εθνοτήτων σε μια τεράστια έκταση.
Το οικουμενικό πατριαρχείο αναγκάστηκε σε ένδειξη πένθους να κλείσει
στις 15 Μαΐου 1914 όλες οι εκκλησίες και τα σκολεία και να καταγγείλει
στις Μεγάλες Δυνάμεις τους νέους διωγμούς.
Δεν κατάφερε όμως τίποτα, γιατί κηρύχθηκε στο μεταξύ κηρύχθηκε στο
μεταξύ ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, στον οποίο η Τουρκία έλαβε μέρος ως
σύμμαχος της Γερμανίας, έχοντας πλέον
την ευχέρεια να εφαρμόσει πλήρως το παλαιότερο σχέδιο της εξόντωσης των
Χριστιανών. Οι Νεότουρκοι είχαν πεισθεί πως μόνο με τη φυσική εξόντωση
των γηγενών λαών, των Ελλήνων και των Αρμενίων,
θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία.
Η Γερμανία στην προσπάθεια της να πετύχει τους στόχους της στο
νευραλγικό τομέα της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής δε δίστασε να
θυσιάσει τους Χριστιανικούς λαούς της Ανατολής
στο βωμό του παντουρκισμού. Σε κάποιο βαθμό ήταν συνυπεύθυνη για τις
γενοκτονίες των Ελλήνων και των Αρμενίων. Εξάλλου, αυτός που εισηγήθηκε
στους Τούρκους την απομάκρυνση
των Ελλήνων από τα παράλια, δήθεν για στρατιωτικούς λόγους ήταν ο
Γερμανός αρχιστράτηγος Liman von Sanders, που πήρε, τον τίτλο του πασά.
Με την συγκατάθεση της Γερμανίας
οι Τούρκοι έστειλαν τους Χριστιανούς που στρατολογούσαν στα τάγματα
εργασίας.
Σκοπός των Τούρκων με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολήσεις χωριών και τις
λεηλασίες ήταν να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των
ελληνικών περιοχών
και να καταφέρουν ευκολότερα τον εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Η ήττα της Τουρκίας από τις δυνάμεις της Αντάντ και το τέλος του Α΄
Παγκοσμίου πολέμου έφερε μία προσωρινή ανάπαυλα στο απάνθρωπο σχέδιο των
Νεοτούρκων.
Όμως, το 1919 άρχισε νέος άγριος διωγμός κατά των Ελλήνων από το
κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους.
Στις 19 Μαΐου 1919 άρχισε η δεύτερη και σκληρότερη φάση της ποντιακής
γενοκτονίας. Ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα ως απεσταλμένος
της οθωμανικής κυβέρνησης
με την ιδιότητα του επιθεωρητή. Άρχισε, όμως, από την Σαμψούντα ένα
εγκληματικό έργο αντίθετο με την αποστολή του. Με τη βοήθεια μελών του
νεοτουρκικού κομιτάτου συγκρότησε μυστική οργάνωση,
τη Mutafai Milliye, κήρυξε μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδίασε την
ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε
το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησης του,
το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια με τους τσέτες του ο Κεμάλ.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι
πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες
του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας
ανταρτικό για την προστασία του άμαχου πληθυσμού. Το ποντιακό ανταρτικό,
που είχε τον χαρακτήρα της εθνικής αντίστασης, έδρασε κυρίως στον
δυτικό Πόντο, ενώ στο ανατολικό
είναι γνωστό το περήφανο ανταρτικό της Σάντας. Τα θύματα της γενοκτονίας
θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και το ακατάβλητο
ποντιακό ανταρτικό.
Στις περιοχές που οι αντάρτες δε μπορούσαν να δράσουν, οι Τούρκοι
ανενόχλητοι συνέχιζαν το καταστροφικό τους έργο.
Το τέλος του Ποντιακού Ελληνισμού πλησιάζε. Οι φωνές λιγόστευαν. Στις 25
Μαΐου 1922 αντιπροσωπεία της ελληνικής ναυτικής βάσης, που είχε την
έδρα της στην Κωνσταντινούπολη,
σύνταξε έκθεση που στάλθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών: «Η καταστασις των
χριστιανών των άνω περιοχών είναι οικτρότατη. Εις την ύπαιθρον χώραν
κάτοικοι παντάπασιν δεν υπάρχουσιν.
Πάντα τα χριστιανικά χωρία έχουσι πυρποληθεί, εκ δε των κατοίκων άλλοι
μεν απελαθέντες εσφάγησαν καθ' οδόν, άλλοι δε συλληφθέντες εφονεύθησαν
επιτοπίως ή εκάησαν ζώντες».
Τον επίλογο της τραγικής ποντιακής γενοκτονίας αποτέλεσε ο βίαιος
ξεριζωμός των επιζώντων μετά τη νίκη της Τουρκίας. Με την συνθήκη της
ανταλλαγής των πληθυσμών ήρθαν στην Ελλάδα
Οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν την ζωή τους, κατά την διάρκεια των διωγμών
και του ξεριζωμού, ξεπερνούν τους 350.000.
Η βουλή των Ελλήνων, τον Φεβρουάριο του 1994, ψήφησε ομόφωνα την κήρυξη
της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
την περίοδο 1916 - 1923.
Η αναγνώριση αυτή δικαίωση ηθικά των ποντιακό ελληνισμό.
Πηγή: Από την Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού», εκδόσεις
«Μαλλιάρης Παιδεία».
Copy and WIN : http://ow.ly/KNICZ
Copy and WIN : http://ow.ly/KNICZ
19 ΜΑΙΟΥ... ΗΜΕΡΑ
ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ
Η Ρωμανία αν πέρασεν, η Ρωμανία αν 'πάρθεν
Η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο
Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας
(1461), γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές και ξεριζωμούς και
προσπάθειες
για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα την
συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση - γενοκτονία του 20ου αιώνα.
Η συστηματική εξόντωση των Ποντίων, όπως και των γειτόνων τους Αρμενίων,
υπήρξε προσχεδιασμένο έγκλημα. Η απόφαση για την εξόντωση τους πάρθηκε
από τους Νεότουρκους το 1911,
εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε
από το Μουσταφά Κεμάλ (1919 - 1923).
Στο συνέδριο των Νεοτούρκων, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το
1911, πάρθηκε η εξής απόφαση: «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική
χώρα. Οι μωαμεθανικές αντιλήψεις
και η μωαμεθανική ισχύς πρέπει να κυριαρχήσουν στη χώρα. Η κάθε άλλη
θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να καταπνίγεται. Η ύπαρξη της
αυτοκρατορίας εξαρτάται από την δύναμη
του νεοτουρκικού κόμματος και από την συντριβή όλων των ανταγωνιστικών
σ' αυτό ιδεολογιών. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ολοκληρωθεί η πλήρης
οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας.
Και, ασφαλώς, είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δεν θα μπορέσει να γίνει με την
πειθώ και κατά συνέπεια θα πρέπει να προσφύγουμε στην ένοπλη βία. Ο
χαρακτήρας της αυτοκρατορίας πρέπει
να μείνει μωαμεθανικός και θα πρέπει να δούμε ότι οι μωαμεθανικοί θεσμοί
και οι μωαμεθανικές παραδόσεις θα πρέπει να γίνονται σεβαστά. Το
δικαίωμα των άλλων εθνοτήτων να έχουν τις δικές τους οργανώσεις θα
πρέπει να αποκλειστεί. Κάθε μορφή αποκέντρωσης είναι προδοσία στην
τουρκική αυτοκρατορία. Οι εθνότητες είναι αμελητέες ποσότητες. Μπορούν
να κρατήσουν την θρησκεία τους, αλλά όχι την γλώσσα τους. Η διάδοση της
τουρκικής γλώσσας είναι ένα από τα κυριότερα μέσα εξασφάλισης της
μωαμεθανικής υπεροχής και της αφομοίωσης των
μη μωαμεθανικών στοιχείων ...;». |
Στις 26 Ιουλίου 1909 ο Γερμανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Miguel
έστειλε αναφορά στο Βερολίνο σχετικά με τη συνάντηση του πατριάρχη
Ιωακείμ Γ΄ με τον Τούρκο πρωθυπουργό
Σεφκέτ πασά, γεγονός που είχε γίνει πρωτοσέλιδο θέμα όλων των εφημερίδων
που εκδίδονταν τότε στην Κωνσταντινούπολη. Για πρώτη φορά ένας Τούρκος
πρωθυπουργός απειλούσε
αυτοπροσώπως το θρησκευτικό ηγέτη της μεγαλύτερης μειονότητας λέγοντας
μεταξύ άλλων «θα σας κόψουμε τα κεφάλια, θα σας εξαφανίσουμε. Ή εμείς θα
επιζήσουμε ή εσείς».
Οι Τούρκοι χωρίς προσχήματα πια πέρασαν στην επίθεση. Από κάθε γωνιά του
Πόντου και της Μικράς Ασίας έρχονταν καταγγελίες. Στις 30 Μαΐου 1911 ο
μητροπολίτης Αμασείας
Γερμανός Καραβαγγέλης κατάγγειλε στο οικουμενικό πατριαρχείο και στο
υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τις βαρβαρότητες οργάνων της τουρκικής
κυβέρνησης στην περιοχή του.
Οι Νεότουρκοι κήρυξαν οικονομικό πόλεμο σε καθετί ελληνικό. Απαγόρευσαν
τα ελληνικά προϊόντα και δεν επέτρεψαν στα ελληνικά πλοία να
αγκυροβολήσουν σε τουρκικά λιμάνια.
Αυτό το εμπορικό μποϊκοτάζ πραγματοποιήθηκε σε ολόκληρη την Τουρκία και,
φυσικά, και στον Πόντο.
Η μισαλλόδοξη και αντιχριστιανική πολιτική των Νεότουρκων οδήγησε σε
Βαλκανικούς πολέμους, με ενωμένες τις χριστιανικές χώρες της Βαλκανικής
εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, βέβαια, οι διωγμοί αυξήθηκαν. Στην
Τραπεζούντα οι τουρκικές εφημερίδες παρακινούσαν τους αναγνώστες ν'
αρχίζουν τους διωγμούς και τις σφαγές.
Έτσι ο τουρκικός όχλος αφιονίστηκε προετοιμάζοντας μεγάλες σφαγές.
Οι σποραδικές δολοφονίες άρχισαν να αυξάνονται. Χωρικοί που πήγαιναν να
δουλέψουν στα χωράφια τους βρίσκονταν καθημερινά δολοφονημένοι.
Οργανωμένες τουρκικές συμμορίες,
κατά την διάρκεια της νύχτας, λεηλατούσαν πόλεις και χωριά. Οι διωγμοί
εκδηλώθηκαν, αρχικά, με μορφή σποραδικών κρουσμάτων βίας, καταστροφών
απελάσεων και εκτοπισμών.
Πολύ γρήγορα έγιναν πολύ συστηματικοί, πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι
και στρέφονταν τόσο κατά των Ελλήνων όσο κατά των Αρμενίων. Εμπνευστής
και εγκέφαλος αυτής της επιχείρησης
γενοκτονίας ήταν ο Μεχμέτ Ταλαάτ, υπουργός Εσωτερικών της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας. Με δικές του εντολές εξαπολύθηκαν οι διωγμοί κατά των
«ανεπιθύμητων» εθνοτήτων σε μια τεράστια έκταση.
Το οικουμενικό πατριαρχείο αναγκάστηκε σε ένδειξη πένθους να κλείσει
στις 15 Μαΐου 1914 όλες οι εκκλησίες και τα σκολεία και να καταγγείλει
στις Μεγάλες Δυνάμεις τους νέους διωγμούς.
Δεν κατάφερε όμως τίποτα, γιατί κηρύχθηκε στο μεταξύ κηρύχθηκε στο
μεταξύ ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, στον οποίο η Τουρκία έλαβε μέρος ως
σύμμαχος της Γερμανίας, έχοντας πλέον
την ευχέρεια να εφαρμόσει πλήρως το παλαιότερο σχέδιο της εξόντωσης των
Χριστιανών. Οι Νεότουρκοι είχαν πεισθεί πως μόνο με τη φυσική εξόντωση
των γηγενών λαών, των Ελλήνων και των Αρμενίων,
θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία.
Η Γερμανία στην προσπάθεια της να πετύχει τους στόχους της στο
νευραλγικό τομέα της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής δε δίστασε να
θυσιάσει τους Χριστιανικούς λαούς της Ανατολής
στο βωμό του παντουρκισμού. Σε κάποιο βαθμό ήταν συνυπεύθυνη για τις
γενοκτονίες των Ελλήνων και των Αρμενίων. Εξάλλου, αυτός που εισηγήθηκε
στους Τούρκους την απομάκρυνση
των Ελλήνων από τα παράλια, δήθεν για στρατιωτικούς λόγους ήταν ο
Γερμανός αρχιστράτηγος Liman von Sanders, που πήρε, τον τίτλο του πασά.
Με την συγκατάθεση της Γερμανίας
οι Τούρκοι έστειλαν τους Χριστιανούς που στρατολογούσαν στα τάγματα
εργασίας.
Σκοπός των Τούρκων με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολήσεις χωριών και τις
λεηλασίες ήταν να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των
ελληνικών περιοχών
και να καταφέρουν ευκολότερα τον εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Η ήττα της Τουρκίας από τις δυνάμεις της Αντάντ και το τέλος του Α΄
Παγκοσμίου πολέμου έφερε μία προσωρινή ανάπαυλα στο απάνθρωπο σχέδιο των
Νεοτούρκων.
Όμως, το 1919 άρχισε νέος άγριος διωγμός κατά των Ελλήνων από το
κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους.
Στις 19 Μαΐου 1919 άρχισε η δεύτερη και σκληρότερη φάση της ποντιακής
γενοκτονίας. Ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα ως απεσταλμένος
της οθωμανικής κυβέρνησης
με την ιδιότητα του επιθεωρητή. Άρχισε, όμως, από την Σαμψούντα ένα
εγκληματικό έργο αντίθετο με την αποστολή του. Με τη βοήθεια μελών του
νεοτουρκικού κομιτάτου συγκρότησε μυστική οργάνωση,
τη Mutafai Milliye, κήρυξε μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδίασε την
ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε
το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησης του,
το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια με τους τσέτες του ο Κεμάλ.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι
πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες
του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας
ανταρτικό για την προστασία του άμαχου πληθυσμού. Το ποντιακό ανταρτικό,
που είχε τον χαρακτήρα της εθνικής αντίστασης, έδρασε κυρίως στον
δυτικό Πόντο, ενώ στο ανατολικό
είναι γνωστό το περήφανο ανταρτικό της Σάντας. Τα θύματα της γενοκτονίας
θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και το ακατάβλητο
ποντιακό ανταρτικό.
Στις περιοχές που οι αντάρτες δε μπορούσαν να δράσουν, οι Τούρκοι
ανενόχλητοι συνέχιζαν το καταστροφικό τους έργο.
Το τέλος του Ποντιακού Ελληνισμού πλησιάζε. Οι φωνές λιγόστευαν. Στις 25
Μαΐου 1922 αντιπροσωπεία της ελληνικής ναυτικής βάσης, που είχε την
έδρα της στην Κωνσταντινούπολη,
σύνταξε έκθεση που στάλθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών: «Η καταστασις των
χριστιανών των άνω περιοχών είναι οικτρότατη. Εις την ύπαιθρον χώραν
κάτοικοι παντάπασιν δεν υπάρχουσιν.
Πάντα τα χριστιανικά χωρία έχουσι πυρποληθεί, εκ δε των κατοίκων άλλοι
μεν απελαθέντες εσφάγησαν καθ' οδόν, άλλοι δε συλληφθέντες εφονεύθησαν
επιτοπίως ή εκάησαν ζώντες».
Τον επίλογο της τραγικής ποντιακής γενοκτονίας αποτέλεσε ο βίαιος
ξεριζωμός των επιζώντων μετά τη νίκη της Τουρκίας. Με την συνθήκη της
ανταλλαγής των πληθυσμών ήρθαν στην Ελλάδα
Οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν την ζωή τους, κατά την διάρκεια των διωγμών
και του ξεριζωμού, ξεπερνούν τους 350.000.
Η βουλή των Ελλήνων, τον Φεβρουάριο του 1994, ψήφησε ομόφωνα την κήρυξη
της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
την περίοδο 1916 - 1923.
Η αναγνώριση αυτή δικαίωση ηθικά των ποντιακό ελληνισμό.
Πηγή: Από την Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού», εκδόσεις
«Μαλλιάρης Παιδεία».
Copy and WIN : http://ow.ly/KNICZ
Copy and WIN : http://ow.ly/KNICZ
Wednesday, January 7, 2015
«Δεν θέλουμε να είμαστε πια μουσουλμάνοι θέλουμε να γίνουμε Χριστιανοί»!
Τούρκοι λένε σε Έλληνες επισκέπτες: «Ο τόπος αυτός είναι δικός σας».
Ο φανατισμός των Ισλαμιστών στην Τουρκία δεν επιτρέπει διαφοροποιήσεις ειδικά σε θέματα θρησκείας. Αυτό όμως που δεν επετεύχθη με
«ζεϊμπέκικα και κουμπαριές» το πράττει η Ορθοδοξία αφού είναι έκδηλο σε πολλούς Τούρκους το Ορθόδοξο υπόβαθρο. Αν καί οι λιγοστοί Σελτζούκοι άλλαξαν τον εθνοθρησκευτικό χαρακτήρα εκατομμυρίων Ελλήνων (Μικρασίας, Θράκης, Πόντου κ.α.) που λόγω βίας ή συμφερόντων εξισλαμίσθηκαν ακόμα και επιφανειακά, σήμερα μία κρυμμένη Ορθόδοξη θρησκευτικότητα εκδηλώνεται από τους απογόνους τους. Οι κρυπτοχριστιανοί αποτελούν για το Πατριαρχείο ένα κρυφό ποίμνιο τραγικών θυμάτων μιας αυταρχικής διοίκησης αιώνων.
Ζουν παντού.
Κυρίως στον Πόντο που ίσως είναι 2 εκατομμύρια! Έρημοι ναοί λειτουργούν και ξαφνικά γεμίζουν κρυπτοχριστιανούς που κοινωνούν συνειδητά, νηστεύουν ακόμα και το λάδι όλα τα 5ήμερα της Μ. Τεσσαρακοστής. Γράφονται συνθήματα σε τοίχους από νέους με αναζητήσεις: «Δεν θέλουμε να είμαστε πια μουσουλμάνοι. Θέλουμε να γίνουμε Χριστιανοί»! Τούρκοι λένε σε Έλληνες επισκέπτες: «Ο τόπος αυτός είναι δικός σας».
Hos geldiniz! Φύλακες μνημείων λένε σε Έλληνες να μην πληρώνουν εισιτήριο γιατί «αυτά είναι δικά σας». Δεν θεωρούν ευλογία απ’ τον Θεό το γεγονός ότι αδίκησαν τους Ρωμηούς κλέβοντας και διώκοντάς τους, πιστεύοντας ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν βλέπουν προκοπή! Καταλαβαίνουν ότι ζουν σε μια χώρα που όλα είναι Ελληνικά! Ιστορία, μνημεία, πόλεις, πολιτισμός και το σημαντικότερο ότι η συντριπτική πλειοψηφία εξ’ αυτών γνωρίζει ότι στις φλέβες τους ρέει Ελληνικό αίμα!
Τα περιστατικά πολλά. Στο ναό Αγ. Τριάδος Σταυροδρομίου Κωνσταντινουπόλεως, ο π. Δοσίθεος συναντά νεαρή Τουρκάλα που ρίχνει οβολό στο παγκάρι, ανάβει κερί, προσκυνεί την εικόνα και εξηγεί στον Πάτερ: «Μου αρέσουν τα δικά σας»! Κάθε Παρασκευή που λειτουργεί η Μονή Μεταμορφώσεως Πρώτης συρρέουν πολλοί Τούρκοι. Στο νησί Αντιγόνη τιμούν τον Αγ. Γεώργιο φέρνοντας στο μοναστήρι λάδια, λαμπάδες, χρήματα για τα θαύματα που κάνει. Σ’ ένα απ’ τα 40 αγιάσματα της Πόλης, στο Μπαλουκλή καταφεύγουν πολλοί Τούρκοι ζητώντας βοήθεια σε δύσκολες περιστάσεις της ζωής. Στην Παναγία του Βεφά κάθε πρωτομηνιά εκατοντάδες Τούρκοι παίρνουν αγιασμό και την Πρωτοχρονιά γίνεται το αδιαχώρητο από χιλιάδες προσερχόμενους. Κοντά στην Αγιά Σοφιά, στον Αϊ Θαράπο, κάθε Δευτέρα Ορθόδοξος ιερέας διαβάζει συνεχώς ευχές σε «μουσουλμάνους» που ζητούν εξομολόγηση. Το αγίασμα της σπηλιάς Αγ. Δημητρίου Ξηροκρήνης γεμάτο δεκανίκια και τάματα από Τούρκους ακόμα και απ’ το Ερζερούμ που θεραπεύθηκαν.
Εκκλησιάζονται, ζητούν να κοινωνήσουν, προσκυνούν το Σταυρό, ευχαριστούν τον παπά που σταυρώνει το άρρωστο παιδί τους, αγαπούν ιδιαιτέρως τον Aziz Nikola (Άγιο Νικόλαο)! Τουρκάλα κρατά 50 χρόνια αναμμένο το καντήλι στο Ναό Ταξιαρχών Μοσχονησίων!
Η «Σαμπάχ» γράφει: «Η επαναλειτουργία της Πατριαρχικής Σχολής Χάλκης είναι αίτημα άκρως λογικό» και ο αρθρογράφος Τσαντάρ υποστηρίζει «την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου που ισχύει απ’ το 451… ». Ο Γ. Τζιβαόγλου γράφει ότι ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ υπήρξε μοιραίο λάθος. Τουρκική τράπεζα παρουσίασε έκδοση για το Βυζάντιο που περιείχε ακόμα και λόγο του Αγίου Βασιλείου προς νέους! Η Τουρκική ακαδημία επιστημών διοργάνωσε συνέδριο για τη ζωή στο Βυζάντιο. Στην Τουρκία οι Ορθ. Εκκλησίες δεν πληρώνουν ηλεκτρικό ρεύμα όπως στην Ελλάδα. Απαλλάσσονται!
Τουρκικές πηγές σε έρευνα του Ν. Χειλαδάκη αποκαλύπτουν ότι στη Μονή Παντοκράτορος του Κερατίου που υπήρχαν οι αυτοκρατορικοί τάφοι Κομνηνών και Παλαιολόγων, είναι σήμερα η περιοχή Φατίχ, κέντρο φανατικών ισλαμιστών και συνηθίζουν πολλοί Τούρκοι να ανάβουν κεριά και να ρίχνουν χρήματα σ’ έναν τάφο παρά την προειδοποιητική επιγραφή που απαγορεύει αυστηρά τη συνήθεια αυτή. Στην ίδια συνοικία υπήρχε ο Βυζαντινός ναός Αγίων Αποστόλων. Πάνω στα ερείπιά του χτίστηκε τζαμί και κατόπιν επισκευών ανοίχτηκε ο τάφος του Μωάμεθ Πορθητή που είχε μητέρα Χριστιανή -πιθανώς Ελληνίδα- και διαπιστώθηκε ότι μία καταπακτή οδηγούσε στην υπόγεια αίθουσα της παλιάς Εκκλησίας, αποδει-κνύοντας ότι ο Μωάμεθ είχε ταφεί σε Ορθόδοξη Εκκλησία εν μέσω Βυζαντινών αυτοκρατόρων! Μαρτυρίες αναφέρουν ότι στα τέλη της ζωής του είχε ασπασθεί τον Χριστιανισμό και δίπλα στον τάφο του βρέθηκε Σταυρός και εικόνα της Παναγίας! Ο ναός Αγίας Ειρήνης δίπλα στην Αγιά Σοφιά δεν έγινε ποτέ τζαμί. Ο Μωάμεθ τον άφησε να λειτουργεί κανονικά χάριν της Χριστιανής μάνας του! Όλα αυτά απασχολούν κατά καιρούς τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης. Το περιοδικό «Ακτουέλ» της Σαμπάχ παρουσίασε άρθρο: «Ο Πορθητής ήταν Χριστιανός;»!
Η εβδομαδιαία τουρκική επιθεώρηση αξιών αναφέρει: «Επιστρέφουν στις θρησκευτικές τους ρίζες»! Επισημαίνει ότι σε 3 χρόνια μοιράστηκαν 8 εκατομμύρια Ευαγγέλια (incil) στην τουρκική γλώσσα, ενώ φανερά βαπτίζονται Χριστιανοί πολλοί μουσουλμάνοι απόγονοι εξισλαμισμένων Ελληνογενών που ανακαλύπτουν τις χριστιανικές τους ρίζες! Η «Σαμπάχ» τιτλοφορεί: «Η Εκκλησία της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη, τελευταία ελπίδα για τους Τούρκους»! Την χαρακτηρίζει «Πόρτα ελπίδας», τόπο προσκυνήματος και προσευχής στα προβλήματα των Τούρκων με αθρόα προσέλευση που κάθε 1η του μηνός δημιουργείται το αδιαχώρητο! Η φήμη της Παναγίας απλώθηκε παντού και οι Τούρκοι -ακόμα και διάσημοι- προσέρχονται για να ανάψουν κεριά, να φιλήσουν το χέρι Ορθόδοξου παπά, δηλώνοντας ότι εκεί είναι το σπίτι του Θεού γιατί γίνονται θαύματα!
Στον Αρχάγγελο Μιχαήλ στη Σεβάστεια, αναφέρεται στα συναξάρια ότι μικρά ψάρια εντός του αγιάσματος έγλυφαν το σώμα των ασθενών και λάμβαναν θαυματουργικά θεραπεία. Η Εκκλησία καταστράφηκε τον 15ο αιώνα, αλλά σήμερα το αγίασμα χρησιμοποιείται με τις ίδιες θεραπευτικές ιδιότητες προσελκύοντας πολλούς Ευρωπαίους. Η εφημερίδα «Σταρ» γράφει: «Τουρκάλες με μαντίλες πάνε σε Εκκλησίες», ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, ζητάνε την ευλογία έκπληκτων παπάδων, προσκυνούν εικόνες, επικαλούνται Αγίους (όλα αυτά τα απαγορεύει το Ισλάμ), παρατηρώντας μία μεταστροφή σε Ελληνορθόδοξους ναούς και αγιάσματα όπου οι Τούρκοι βρίσκουν καταφύγιο! Η εφημερίδα «Μιλιέτ» αναφέρει ότι με μέριμνα Τούρκου δημάρχου, γιορτάστηκε ευλαβικά στη Σηλυβρία η μνήμη του Αγίου Νεκταρίου με μαζική συμμετοχή «μουσουλμάνων»!
Τα τελευταία χρόνια επετράπη στην εορτή των Θεοφανίων να ρίχνετε στο Βόσπορο ο Σταυρός. Πιο πολύ χάρηκαν οι Τούρκοι ψαράδες γιατί θεωρούσαν ότι ο λόγος που μειώθηκαν τα ψάρια στη θάλασσα ήταν που δεν έριχναν οι Ρωμηοί το Σταυρό τα Φώτα!
Τουρκικές εφημερίδες ανέφεραν ότι νεαρή Τουρκάλα βούτηξε με τα ρούχα να πιάσει το Σταυρό στον Κεράτιο μαζί με Χριστιανούς δίνοντας συνέντευξη ότι ήθελε να τιμήσει τη γιορτή των Ρωμηών και θα το ξανάκανε για να πάρει ευλογία! Η «Χουριέτ» πρώτη σε κυκλοφορία τουρκική εφημερίδα δημοσίευσε πριν λίγα χρόνια ότι Τούρκος υποψήφιος δήμαρχος κυβερνώντος ισλαμικού κόμματος ζήτησε την ευλογία του Πατριάρχη, παρακολουθώντας τη θ. λειτουργία στην Παναγία Ευαγγελίστρια την 25η Μαρτίου(!), μίλησε δημόσια σε Τούρκους δημοσιογράφους για την αγιότητα του ηγέτη της Ορθοδοξίας και του πρόσφερε τριαντάφυλλο…»!
Τουρκικά κανάλια δείχνουν Μετέωρα, Μιστρά, ψαλμωδίες, βίους Αγίων κ.α. Προβάλλουν Τούρκους που αγιογραφούν και ότι έξω από την Άγκυρα σε ιστορική παλαιοχριστιανική κατακόμβη συρρέουν προσκυνητές πιστεύοντας ότι θα βοηθηθούν στη ζωή τους, ανάβοντας κεριά εκεί όπου συγκεντρώνονταν παλιά οι Χριστιανοί. Έξω από τα Άδανα σε κατακόμβη που αγίασαν 7 Χριστιανοί νέοι προσέρχονται Τούρκοι προσκυνητές θυμιάζοντας λιβάνι που απαγορεύει το Ισλάμ, θεωρώντας τους τόπους ιερούς διότι γίνονται φοβερά θαύματα. Στην Ταρσό ο Ναός Αποστόλου Παύλου είναι προσκύνημα, ανάβουν καντήλια, φιλάνε εικόνες, πίνουν αγίασμα για την υγεία τους και όλα αυτά τα θεωρούν ιερά. Στις 24 Σεπτεμβρίου στην Πρίγκηπο τιμούν τον Άγ. Γεώργιο τον Κουδουνά.
Δεκάδες χιλιάδες προσκυνητές απ’ τα πέρατα της Τουρκίας με τσαντόρ, ακόμα και ηλικιωμένοι, περπατούν ξυπόλητοι, απ’ τις ακτές όλη την ανηφόρα ως την κορυφή που είναι ο ναός σε ένα άνευ προηγουμένου πανηγύρι, κάνοντας τάματα, κρεμώντας κουρελάκια στα δέντρα, τηρώντας μία παράδοση με κλωστές, περιμένοντας σε ατέλειωτες ουρές επί 5 ώρες για να πάρουν αγιασμό, να τους σταυρώσει ο Ορθόδοξος παπάς, ανάβοντας κεριά, χαϊδεύοντας εικόνες, πιστεύοντας στη δύναμη του Σταυρού!
Τούρκοι γράφουν λογοτεχνικά βιβλία: «Κωνσταντινούπολις ήταν το όνομά σου… με το λαό σου τον ευσεβή, τις Εκκλησιές, τα μοναστήρια, τ’ αγιάσματά σου, με τις εικόνες, τους καλογέρους και τους αγγέλους σου, ήσουνα η πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας. Κωνσταντινούπολις το όνομά σου…»
Ας τα βλέπουν αυτά στην χώρα μας «οι λίγοι» που έκαναν μόδα το να μάχονται την Εκκλησία.
Ο φανατισμός των Ισλαμιστών στην Τουρκία δεν επιτρέπει διαφοροποιήσεις ειδικά σε θέματα θρησκείας. Αυτό όμως που δεν επετεύχθη με
«ζεϊμπέκικα και κουμπαριές» το πράττει η Ορθοδοξία αφού είναι έκδηλο σε πολλούς Τούρκους το Ορθόδοξο υπόβαθρο. Αν καί οι λιγοστοί Σελτζούκοι άλλαξαν τον εθνοθρησκευτικό χαρακτήρα εκατομμυρίων Ελλήνων (Μικρασίας, Θράκης, Πόντου κ.α.) που λόγω βίας ή συμφερόντων εξισλαμίσθηκαν ακόμα και επιφανειακά, σήμερα μία κρυμμένη Ορθόδοξη θρησκευτικότητα εκδηλώνεται από τους απογόνους τους. Οι κρυπτοχριστιανοί αποτελούν για το Πατριαρχείο ένα κρυφό ποίμνιο τραγικών θυμάτων μιας αυταρχικής διοίκησης αιώνων.
Ζουν παντού.
Κυρίως στον Πόντο που ίσως είναι 2 εκατομμύρια! Έρημοι ναοί λειτουργούν και ξαφνικά γεμίζουν κρυπτοχριστιανούς που κοινωνούν συνειδητά, νηστεύουν ακόμα και το λάδι όλα τα 5ήμερα της Μ. Τεσσαρακοστής. Γράφονται συνθήματα σε τοίχους από νέους με αναζητήσεις: «Δεν θέλουμε να είμαστε πια μουσουλμάνοι. Θέλουμε να γίνουμε Χριστιανοί»! Τούρκοι λένε σε Έλληνες επισκέπτες: «Ο τόπος αυτός είναι δικός σας».
Hos geldiniz! Φύλακες μνημείων λένε σε Έλληνες να μην πληρώνουν εισιτήριο γιατί «αυτά είναι δικά σας». Δεν θεωρούν ευλογία απ’ τον Θεό το γεγονός ότι αδίκησαν τους Ρωμηούς κλέβοντας και διώκοντάς τους, πιστεύοντας ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν βλέπουν προκοπή! Καταλαβαίνουν ότι ζουν σε μια χώρα που όλα είναι Ελληνικά! Ιστορία, μνημεία, πόλεις, πολιτισμός και το σημαντικότερο ότι η συντριπτική πλειοψηφία εξ’ αυτών γνωρίζει ότι στις φλέβες τους ρέει Ελληνικό αίμα!
Τα περιστατικά πολλά. Στο ναό Αγ. Τριάδος Σταυροδρομίου Κωνσταντινουπόλεως, ο π. Δοσίθεος συναντά νεαρή Τουρκάλα που ρίχνει οβολό στο παγκάρι, ανάβει κερί, προσκυνεί την εικόνα και εξηγεί στον Πάτερ: «Μου αρέσουν τα δικά σας»! Κάθε Παρασκευή που λειτουργεί η Μονή Μεταμορφώσεως Πρώτης συρρέουν πολλοί Τούρκοι. Στο νησί Αντιγόνη τιμούν τον Αγ. Γεώργιο φέρνοντας στο μοναστήρι λάδια, λαμπάδες, χρήματα για τα θαύματα που κάνει. Σ’ ένα απ’ τα 40 αγιάσματα της Πόλης, στο Μπαλουκλή καταφεύγουν πολλοί Τούρκοι ζητώντας βοήθεια σε δύσκολες περιστάσεις της ζωής. Στην Παναγία του Βεφά κάθε πρωτομηνιά εκατοντάδες Τούρκοι παίρνουν αγιασμό και την Πρωτοχρονιά γίνεται το αδιαχώρητο από χιλιάδες προσερχόμενους. Κοντά στην Αγιά Σοφιά, στον Αϊ Θαράπο, κάθε Δευτέρα Ορθόδοξος ιερέας διαβάζει συνεχώς ευχές σε «μουσουλμάνους» που ζητούν εξομολόγηση. Το αγίασμα της σπηλιάς Αγ. Δημητρίου Ξηροκρήνης γεμάτο δεκανίκια και τάματα από Τούρκους ακόμα και απ’ το Ερζερούμ που θεραπεύθηκαν.
Εκκλησιάζονται, ζητούν να κοινωνήσουν, προσκυνούν το Σταυρό, ευχαριστούν τον παπά που σταυρώνει το άρρωστο παιδί τους, αγαπούν ιδιαιτέρως τον Aziz Nikola (Άγιο Νικόλαο)! Τουρκάλα κρατά 50 χρόνια αναμμένο το καντήλι στο Ναό Ταξιαρχών Μοσχονησίων!
Η «Σαμπάχ» γράφει: «Η επαναλειτουργία της Πατριαρχικής Σχολής Χάλκης είναι αίτημα άκρως λογικό» και ο αρθρογράφος Τσαντάρ υποστηρίζει «την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου που ισχύει απ’ το 451… ». Ο Γ. Τζιβαόγλου γράφει ότι ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ υπήρξε μοιραίο λάθος. Τουρκική τράπεζα παρουσίασε έκδοση για το Βυζάντιο που περιείχε ακόμα και λόγο του Αγίου Βασιλείου προς νέους! Η Τουρκική ακαδημία επιστημών διοργάνωσε συνέδριο για τη ζωή στο Βυζάντιο. Στην Τουρκία οι Ορθ. Εκκλησίες δεν πληρώνουν ηλεκτρικό ρεύμα όπως στην Ελλάδα. Απαλλάσσονται!
Τουρκικές πηγές σε έρευνα του Ν. Χειλαδάκη αποκαλύπτουν ότι στη Μονή Παντοκράτορος του Κερατίου που υπήρχαν οι αυτοκρατορικοί τάφοι Κομνηνών και Παλαιολόγων, είναι σήμερα η περιοχή Φατίχ, κέντρο φανατικών ισλαμιστών και συνηθίζουν πολλοί Τούρκοι να ανάβουν κεριά και να ρίχνουν χρήματα σ’ έναν τάφο παρά την προειδοποιητική επιγραφή που απαγορεύει αυστηρά τη συνήθεια αυτή. Στην ίδια συνοικία υπήρχε ο Βυζαντινός ναός Αγίων Αποστόλων. Πάνω στα ερείπιά του χτίστηκε τζαμί και κατόπιν επισκευών ανοίχτηκε ο τάφος του Μωάμεθ Πορθητή που είχε μητέρα Χριστιανή -πιθανώς Ελληνίδα- και διαπιστώθηκε ότι μία καταπακτή οδηγούσε στην υπόγεια αίθουσα της παλιάς Εκκλησίας, αποδει-κνύοντας ότι ο Μωάμεθ είχε ταφεί σε Ορθόδοξη Εκκλησία εν μέσω Βυζαντινών αυτοκρατόρων! Μαρτυρίες αναφέρουν ότι στα τέλη της ζωής του είχε ασπασθεί τον Χριστιανισμό και δίπλα στον τάφο του βρέθηκε Σταυρός και εικόνα της Παναγίας! Ο ναός Αγίας Ειρήνης δίπλα στην Αγιά Σοφιά δεν έγινε ποτέ τζαμί. Ο Μωάμεθ τον άφησε να λειτουργεί κανονικά χάριν της Χριστιανής μάνας του! Όλα αυτά απασχολούν κατά καιρούς τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης. Το περιοδικό «Ακτουέλ» της Σαμπάχ παρουσίασε άρθρο: «Ο Πορθητής ήταν Χριστιανός;»!
Η εβδομαδιαία τουρκική επιθεώρηση αξιών αναφέρει: «Επιστρέφουν στις θρησκευτικές τους ρίζες»! Επισημαίνει ότι σε 3 χρόνια μοιράστηκαν 8 εκατομμύρια Ευαγγέλια (incil) στην τουρκική γλώσσα, ενώ φανερά βαπτίζονται Χριστιανοί πολλοί μουσουλμάνοι απόγονοι εξισλαμισμένων Ελληνογενών που ανακαλύπτουν τις χριστιανικές τους ρίζες! Η «Σαμπάχ» τιτλοφορεί: «Η Εκκλησία της Παναγίας στην Κωνσταντινούπολη, τελευταία ελπίδα για τους Τούρκους»! Την χαρακτηρίζει «Πόρτα ελπίδας», τόπο προσκυνήματος και προσευχής στα προβλήματα των Τούρκων με αθρόα προσέλευση που κάθε 1η του μηνός δημιουργείται το αδιαχώρητο! Η φήμη της Παναγίας απλώθηκε παντού και οι Τούρκοι -ακόμα και διάσημοι- προσέρχονται για να ανάψουν κεριά, να φιλήσουν το χέρι Ορθόδοξου παπά, δηλώνοντας ότι εκεί είναι το σπίτι του Θεού γιατί γίνονται θαύματα!
Στον Αρχάγγελο Μιχαήλ στη Σεβάστεια, αναφέρεται στα συναξάρια ότι μικρά ψάρια εντός του αγιάσματος έγλυφαν το σώμα των ασθενών και λάμβαναν θαυματουργικά θεραπεία. Η Εκκλησία καταστράφηκε τον 15ο αιώνα, αλλά σήμερα το αγίασμα χρησιμοποιείται με τις ίδιες θεραπευτικές ιδιότητες προσελκύοντας πολλούς Ευρωπαίους. Η εφημερίδα «Σταρ» γράφει: «Τουρκάλες με μαντίλες πάνε σε Εκκλησίες», ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, ζητάνε την ευλογία έκπληκτων παπάδων, προσκυνούν εικόνες, επικαλούνται Αγίους (όλα αυτά τα απαγορεύει το Ισλάμ), παρατηρώντας μία μεταστροφή σε Ελληνορθόδοξους ναούς και αγιάσματα όπου οι Τούρκοι βρίσκουν καταφύγιο! Η εφημερίδα «Μιλιέτ» αναφέρει ότι με μέριμνα Τούρκου δημάρχου, γιορτάστηκε ευλαβικά στη Σηλυβρία η μνήμη του Αγίου Νεκταρίου με μαζική συμμετοχή «μουσουλμάνων»!
Τα τελευταία χρόνια επετράπη στην εορτή των Θεοφανίων να ρίχνετε στο Βόσπορο ο Σταυρός. Πιο πολύ χάρηκαν οι Τούρκοι ψαράδες γιατί θεωρούσαν ότι ο λόγος που μειώθηκαν τα ψάρια στη θάλασσα ήταν που δεν έριχναν οι Ρωμηοί το Σταυρό τα Φώτα!
Τουρκικές εφημερίδες ανέφεραν ότι νεαρή Τουρκάλα βούτηξε με τα ρούχα να πιάσει το Σταυρό στον Κεράτιο μαζί με Χριστιανούς δίνοντας συνέντευξη ότι ήθελε να τιμήσει τη γιορτή των Ρωμηών και θα το ξανάκανε για να πάρει ευλογία! Η «Χουριέτ» πρώτη σε κυκλοφορία τουρκική εφημερίδα δημοσίευσε πριν λίγα χρόνια ότι Τούρκος υποψήφιος δήμαρχος κυβερνώντος ισλαμικού κόμματος ζήτησε την ευλογία του Πατριάρχη, παρακολουθώντας τη θ. λειτουργία στην Παναγία Ευαγγελίστρια την 25η Μαρτίου(!), μίλησε δημόσια σε Τούρκους δημοσιογράφους για την αγιότητα του ηγέτη της Ορθοδοξίας και του πρόσφερε τριαντάφυλλο…»!
Τουρκικά κανάλια δείχνουν Μετέωρα, Μιστρά, ψαλμωδίες, βίους Αγίων κ.α. Προβάλλουν Τούρκους που αγιογραφούν και ότι έξω από την Άγκυρα σε ιστορική παλαιοχριστιανική κατακόμβη συρρέουν προσκυνητές πιστεύοντας ότι θα βοηθηθούν στη ζωή τους, ανάβοντας κεριά εκεί όπου συγκεντρώνονταν παλιά οι Χριστιανοί. Έξω από τα Άδανα σε κατακόμβη που αγίασαν 7 Χριστιανοί νέοι προσέρχονται Τούρκοι προσκυνητές θυμιάζοντας λιβάνι που απαγορεύει το Ισλάμ, θεωρώντας τους τόπους ιερούς διότι γίνονται φοβερά θαύματα. Στην Ταρσό ο Ναός Αποστόλου Παύλου είναι προσκύνημα, ανάβουν καντήλια, φιλάνε εικόνες, πίνουν αγίασμα για την υγεία τους και όλα αυτά τα θεωρούν ιερά. Στις 24 Σεπτεμβρίου στην Πρίγκηπο τιμούν τον Άγ. Γεώργιο τον Κουδουνά.
Δεκάδες χιλιάδες προσκυνητές απ’ τα πέρατα της Τουρκίας με τσαντόρ, ακόμα και ηλικιωμένοι, περπατούν ξυπόλητοι, απ’ τις ακτές όλη την ανηφόρα ως την κορυφή που είναι ο ναός σε ένα άνευ προηγουμένου πανηγύρι, κάνοντας τάματα, κρεμώντας κουρελάκια στα δέντρα, τηρώντας μία παράδοση με κλωστές, περιμένοντας σε ατέλειωτες ουρές επί 5 ώρες για να πάρουν αγιασμό, να τους σταυρώσει ο Ορθόδοξος παπάς, ανάβοντας κεριά, χαϊδεύοντας εικόνες, πιστεύοντας στη δύναμη του Σταυρού!
Τούρκοι γράφουν λογοτεχνικά βιβλία: «Κωνσταντινούπολις ήταν το όνομά σου… με το λαό σου τον ευσεβή, τις Εκκλησιές, τα μοναστήρια, τ’ αγιάσματά σου, με τις εικόνες, τους καλογέρους και τους αγγέλους σου, ήσουνα η πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας. Κωνσταντινούπολις το όνομά σου…»
Ας τα βλέπουν αυτά στην χώρα μας «οι λίγοι» που έκαναν μόδα το να μάχονται την Εκκλησία.
Sunday, January 4, 2015
ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΔΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εργασιών ανακίνησης και αναστύλωσης της ιστορικής μονής της Παναγιάς Σουμελά του Πόντου, με την ξεχωριστή σημασία της για την Ορθοδοξία, οι Τούρκοι άνοιξαν τις πύλες του Βαπτηστηρίου και του λεγόμενου, Çile Odası, (Κελί Δοκιμασίας). Εκεί, μόλις εισήρθε το φως του ήλιου, έμειναν έκθαμβοι από την ανακάλυψη μιας μοναδικής περίτεχνης τοιχογραφίας της Παναγιάς με τον Ιησού Χριστό στην στοργική αγκαλιά της.
Όπως αναφέρει η ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού, που εποπτεύει των εργασιών της ανακαίνισης της ιεράς ελληνορθόδοξης σταυροπηγιακής μονής της Παναγιάς Σουμελά, μετά από 16 χρόνια των εργασιών ανακαίνισης οι ειδικοί ερευνητές εισήρθαν για πρώτη φορά στο Βαπτηστήριο της μονής και στο Çile Odası. Εκεί έκθαμβοι ανακάλυψαν μια περίτεχνη τοιχογραφία της Παναγίας που είχε μείνει μέχρι σήμερα στο σκοτάδι από τότε που οι Πόντιοι εγκατέλειψαν τον Πόντο, μέσα στο αίμα της φρικτής γενοκτονίας των Ποντίων. Η τοιχογραφία αυτή προκάλεσε το δέος των Τούρκων που εργάζονταν σε αυτή την πτέρυγα της μονής, η οποία επιφυλάσσει συνεχώς και καινούργιες εκπλήξεις για τα σημάδια της παρουσίας της Παναγίας, η οποία ποτέ δεν εγκατέλειψε την ιστορική και ιερή μονή της παρά του ότι επί πολλές δεκαετίες δεν ακούγονταν οι ύμνοι και οι δοξολογίες προς την μεγάλη της Χάρη.
Η ιστορία της ιεράς σταυροπηγιακής μονής της Παναγιάς Σουμελά του
Πόντου, σύμβολο της ορθοδοξίας για όλο τον ελληνισμό, πέρασε πολλές
φάσεις μετά την τραγική ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922. Στις 9 Ιουνίου
του 2001, ο γνωστός αρθογράφος της τουρκικής εφημερίδας, Μιλιέτ,
Γκιουνγκιόρ Αράς, σε μια επίσκεψη που έκανε τότε στο ιστορικό μοναστήρι
και εντυπωσιάστηκε από τον ιερό χώρο, άφησε την πένα του να περιγράψει
την γοητεία του μοναστηριού και την περίοδο από την εγκατάλειψη του το
1922 και μετά.

Από το 1923 και μετά την αναχώρηση των μοναχών από την Παναγία Σουμελά, όπως αναφέρει ο Γκιουνγκιόρ Ουράς στην Μιλιέτ, έπεσε νεκρική σιγή στο ιστορικό μοναστήρι. Μονάχα τα πουλιά και κάποιοι Άγγλοι περιηγητές έδιναν σημεία ζωής στο απότομο και μαρτυρικό τοπίο που κάποτε οι χιλιάδες πιστοί συνέρρεαν για να πανηγυρίσουν την δόξα της Παναγιάς. Το 1931 η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που είχε κρυφτεί σε κάποιο μυστικό μέρος, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα. Από τότε, μέχρι την δεκαετία του πενήντα, το ιστορικό μοναστήρι είχε αφεθεί στην τύχη του. Που και που όμως, όπως λένε και οι μαρτυρίες, κάποια μοναχική φιγούρα συνήθως με την χαρακτηριστική μαντίλα, ανέβαινε το εγκαταλειμμένο πια μονοπάτι προς την Μονή και κάποια φλόγα από κάποιο κερί μέσα στα ερείπια του μοναστηριού, πρόδιδε ότι η ελληνορθόδοξη πίστη δεν είχε χαθεί εντελώς από τον ιστορικό Πόντο.
Το 1953 μετά την είσοδο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, κάποιοι Αμερικανοί αξιωματικοί έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρων και θέλησαν να επισκεφτούν το μοναστήρι. Τελικά, παρά του ότι η περιοχή ήταν σχεδόν απαγορευμένη τους δόθηκε η άδεια και οι Αμερικανοί έφτασαν στο μοναστήρι μέσα από το γνωστό μονοπάτι που τώρα το σκέπαζαν χόρτα και σκόρπιοι θάμνοι. Το κλειδί όμως της εισόδου στο μοναστήρι το έχει ο σταθμός της τοπικής δασοφυλακής και για να το πάρουν οι Αμερικανοί χρειάστηκε επέμβαση από την Άγκυρα. Οι ξένοι αυτοί επισκέπτες μόλις εισήλθαν στο μοναστήρι έμειναν άφωνοι από την μεγαλόπρεπα των τοιχογραφιών και την ιερότητα που ανέδυε ο χώρος, αρκετές δεκαετίες μετά την πλήρη εγκατάλειψη του. Αφού κάθισαν επί ώρες να κοιτάζουν εκστασιασμένοι τις εικόνες, τα κτίσματα και το μαγευτικό τοπίο της πανέμορφης χαράδρας, συνέταξαν μια αναφορά προς το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού τονίζοντας τον μεγάλο αυτό θησαυρό που βρίσκεται στα τουρκικά χέρια και ότι θα πρέπει να γίνουν τα απαραίτητα έργα για την διάσωση του.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και μόνο το 1972 το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε να ενδιαφερθεί για πρώτη φορά επίσημα για την Παναγία Σουμελά, η οποία ήδη είχε αρχίσει να γίνετε πόλος έλξης πολλών επισκεπτών και προσκυνητών κυρίως από την Ευρώπη και την Αμερική. Το 1986 για πρώτη φορά καθιερώθηκε εισιτήριο για την είσοδο στην ιστορική μονή. Από τότε κάθε χρόνο το τουριστικό συνάλλαγμα ρέει όλο και περισσότερο στα τουρκικά ταμεία. Η Παναγία Σουμελά άρχισε να τραβάει επισκέπτες από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και η φήμη της άρχισε να φτάνει στα πέρατα της γης. Ο Τούρκος αρθογράφος, τελειώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά-ομολογία του για την Παναγία Σουμελά, αποκάλυψε ότι πολλά ιερά βιβλία αλλά και άλλα ιερά αντικείμενα που βρεθήκαν στο μοναστήρι, φυλάγονται σήμερα στην Άγκυρα.
Σήμερα η Παναγία Σουμελά φανερώνει ξανά την παρουσία της ίδιας της Παναγίας με πολλά σημάδια, όπως αυτή η προσφάτως ανακαλυφθείσα περίτεχνη τοιχογραφία της, που προκάλεσε το δέος στους ίδιους τους Τούρκους.
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
nikosxeiladakis.gr
Thursday, December 25, 2014
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΕΘΕΝ
Τα κάλαντα της πολυαγαπημένης και πολυδάκρυτου πατρίδας μας του αξέχαστου Πόντου... (Διπλανή στήλη)
Έι θεέ μ', έναν ψυν εχρωστώ σε, λελεύω σεν, έπαρ το.
'Κί εξέρ, περκεί πετά και πάει και αναπέετε εκεί απόθεν έρθεν.
Friday, August 22, 2014
Αντάρτικο του Πόντου – Γενοκτονία Ποντίων
ΑΝ ΕΧΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΙΚΟΥΣ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥΣ ΑΔΕΝΕΣ ΤΟΛΜΗΣΤΕ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΤΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ «ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ» ΟΠΩΣ ΔΙΑΚΑΩΣ ΕΠΙΘΥΜΕΙ Η ΑΓΚΥΡΑ, ΤΗΝ ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ, ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ, ΤΟΥΣ ΘΡΑΚΙΩΤΕΣ, ΤΟΥΣ ΑΡΜΕΝΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΠΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΤΗΚΑΝ ΚΑΙ ΞΕΡΙΖΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΤΡΟΓΟΝΙΚΕΣ ΤΟΥΣ ΕΣΤΙΕΣ...|
![]() |
| Βασίλης
Ν. ΤΡιανταφυλλίδηε Ιδρυτής και επί κεφαλής του «ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» |
Ο Πόντος στην Ελληνική μυθολογία ήταν υιός της Γαίας θεός της θάλασσας. Ανήκε στους Πρωτόγενους και υπήρξε πατέρας των περισσοτέρων θαλάσσιων θεοτήτων συμπεριλαμβανομένων του Νηρέα, του Φόρκεως και της Κητούς. Αργότερα στην κλασσική αρχαιότητα επισκιάστηκε από άλλες θεότητες όπως ο Ποσειδώνας και η Αμφιτρίτη. (Ησίοδος “Θεογονία” – Εύμελος ο Κορίνθιος “Τιτανομαχία” – Απολλόδωρος “Βιβλιοθήκη”).
________________________________________________________
“Εδώ
ακόμα δρουν Πόντιοι αυτονομιστές πού θέλουν να μας πάρουν τα παράλια
της Μαύρης Θάλασσας και να αναστήσουν το αρχαίο κράτος του Πόντου, το
οποίο πέθανε πριν από 600 χρόνια.“
Καμπίτ Καμίν Μπέης, Διοικητής 3ης Μεραρχίας
Το
υπερήφανο πνεύμα των Ποντίων και η ορεινή διαμόρφωση του εδάφους
συνετέλεσαν στην πραγματοποίηση ενός ηρωικού έπους το οποίο διήρκεσε από
το 1914 μέχρι το 1923. Στην δεκαετή αυτή περίοδο 25.000 περίπου Πόντιοι
αντάρτες σκαρφάλωσαν στις απόρθητες κορυφές των βουνοκορφών του Πόντου
για να επιβιώσουν από το πρόγραμμα της γενοκτονίας πού είχαν σχεδιάσει
αρχικά οι νεότουρκοι Τζεμάλ, Εβρέν και Ταλαάτ και στη συνέχεια ο Κεμάλ
Ατατούρκ με τον Ισμετ Ινονού.
Ο Δημοσθένης Κελεκίδης καταγόταν από την Αμισό (Σαμψούντα) και από τα δεκαεπτά του χρόνια έζησε τις θηριωδίες των Τούρκων στον Πόντο. Ανέβηκε στα βουνά, πολέμησε, υπέφερε, έσωσε γυναικόπαιδα από βέβαιο θάνατο και κατάφερε να επιζήσει. Κατέγραψε τις προσωπικές του μαρτυρίες στο βιβλίο του “Τό Αντάρτικο του Πόντου“, όπου περιγράφει την υπέροχη ζωή πού έζησε στα παιδικά του χρόνια στα εύφορα εδάφη του Πόντου και τό παράπονο του για την μετέπειτα εξόντωση όλων των συγγενών του και φίλων καθώς και για τήν ολοσχερή καταστροφή των σπιτιών και των χωραφιών τους.
«Τα
ελληνικά χωριά συνήθως ήταν ξεχωριστά από τα τούρκικα. Σε όλη την
περιφέρεια Πάφρα, Αλάτσα και Αμισό αριθμούσαν γύρω στα 1000 – 1200
χωριά. Ήταν χωριά πλούσια με πολλά στρέμματα γής, με μεγάλη κτηνοτροφία,
με χιλιάδες καρποφόρα δέντρα. Ο πληθυσμός ήταν γύρω στις 400 – 500
χιλιάδες, από αυτούς ζήτημα αν έχουν διασωθεί 90 – 100 χιλιάδες. Όλα
αυτά είχαν γίνει σταχτή, τα κάψαν οι Τούρκοι. Εμείς πού είχαμε μείνει
ήμασταν γύρω στα 10.000 τουφέκια και είχαμε αποφασίσει πια να πεθάνουμε
πολεμώντας. Κατορθώσαμε και επιβιώσαμε το 10% από όσους τραβηχτήκαμε στα
βουνά………..οι άλλοι χάθηκαν…
Ένας
Τούρκος στρατιώτης έριχνε χίλιες σφαίρες και δεν μπορούσε να σκοτώσει
ούτε ένα αντάρτη, αντίθετα ο αντάρτης άμα έριχνε μια σφαίρα έπρεπε να
σκοτώσει έναν Τούρκο, γι’ αυτό πάντα οι Τούρκοι ήταν σε μειονεκτική
θέση. Επί πέντε έξι μέρες κάναμε ελιγμούς, μια ήμασταν μπροστά τους, μια
στα πλευρά τους και μια από πίσω τους. Κι έτσι μέσα στα δάση τούς
εξαντλούσαμε. Εμείς ήμασταν εμπειροπόλεμοι, μαθημένοι στις κακουχίες,
γνωρίζαμε τα εδάφη, όλα τα μονοπάτια τα γνωρίζαμε και κάναμε ελιγμούς
αστραπιαία…
Ο
τουρκικός στρατός έκαιγε χωριά και για να δοκιμάζουν πραγματική χαρά
μάζευαν γυναικόπαιδα και άντρες, τούς βάζανε μέσα στις εκκλησιές και στα
σχολεία και τούς έκαιγαν ζωντανούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι
κατόρθωσαν να μην αφήσουν λίθον επί λίθου. Τριακόσια πενήντα με
τετρακόσια χωριά πού κάποτε άνθιζαν, πού οι κάτοικοί τους ευημερούσαν
και είχαν την αγάπην προς τον Θεόν, προς τη δουλειά και προς τον
πλησίον, έφταναν να είναι ακόλαστοι, γιατί δεν είχαν πού την κεφαλήν
κλείναι.
Όσοι
κατόρθωναν, από γυναίκες και παιδία και είχαν την δύναμη και το σθένος
να συμμερισθούν τον αγώνα των αντρών τους, πήγαιναν μαζί τους. Και έτσι
αρχίνησε ο κάθε καπετάνιος να σκέπτεται όχι μόνο τα παλληκάρια του, αλλά
και τα παιδιά και τις γυναίκες. Αυτός πλέον ήταν ο νοικοκύρης για τα
τριακόσια άτομα πού ήταν στα χέρια του.»
Η
μεγάλη τραγωδία ήταν ότι οι αντάρτες έπρεπε να υπερασπίζονται γέρους
και γυναικόπαιδα πού τούς ακολουθούσαν κατά πόδας. Η έλλειψη τροφής, το
κρύο, οι αρρώστιες και η κούραση γίνονται δυσβάστακτα όταν πρέπει να
φροντίσεις ανυπεράσπιστους ανθρώπους.
«Μέσα
στην πολιτεία η φυλή μας περνούσε την πιο δεινή εποχή. Στέλνανε τούς
Ρωμιούς στα μπουντρούμια, στις φυλακές. Αυτοί οι αγαθοί άνθρωποι του
χωριού και του βουνού, χωρίς να φταίνε σε τίποτα, ζούσαν πίσω από της
φυλακής τα σίδερα. Και το χειρότερο: είχαν στήσει κρεμάλες στο μεϊντάνι
πού ήταν το ρολόι της πλατείας της Αμισού, γύρω γύρω, και κάθε βράδυ
κρεμνούσαν πενήντα! Τα ξύλα ήταν καρφωμένα και τα μετρούσα, ήμουνα παιδί
14 χρονών. Ήταν πενήντα κρεμάλες. Κρεμούσαν και γυναίκες αλλά πιο πολύ
άντρες, ανθρώπους αγαθούς, δίκαιους, με την παραμικρή αφορμή…
Μετρούσα και αναπολούσα στη φαντασία μου όλο αυτό το δράμα. Έλεγα να κλέψω μαζί με τούς φίλους της ηλικίας μου ή να πάω στη Ρωσία. Από την άλλη μεριά έλεγα: Πού είναι η Ελλάδα; Γιατί στο σχολείο όλο ακούμε εξυμνήσεις, εξυμνήσεις; Πού είναι οι ήρωες, δεν τα ξέρουν αυτά; Νόμιζα, ότι ήταν αθάνατοι από όσα μάς μάθαιναν οι γιαγιάδες μας. Πελοπίδας… Μολών Λαβέ… Από την άλλη μεριά έλεγα: αυτοί οι Πρόξενοι, πού αντιπροσωπεύουν τα χριστιανικά κράτη, δεν βλέπουν αυτή την κατάσταση;
Ενώ
γινόταν αυτά, ο μάστοράς μου, με πήρε και πήγαμε σ’ ένα εργοστάσιο, πού
εργάζονταν 3 – 4 Αρμένιοι και 3 Έλληνες. Το εργοστάσιο όμως ήταν
ελληνικό και οι Αρμένιοι απουσίαζαν. Τότε μάθαμε ότι έγινε η σφαγή των
Αρμενίων! Τούς σκότωσαν με μαχαίρια, με τουφέκια, έγινε η νύχτα του
Αγίου Βαρθολομαίου. Τούς πήγαιναν με τις βάρκες βαθειά στη θάλασσα, τούς
έβαζαν πέτρες στο λαιμό και τούς έπνιγαν. Τούς έσφαζαν στο βουνό και
τούς λεηλατούσαν τα σπίτια. Πολλούς από αυτούς με τη μεσολάβηση του
Δεσπότη και με τη βοήθεια Ελλήνων της Αμισού, κατόρθωσαν να τούς
γλυτώσουν.»
Οι
Πόντιοι ζούσαν με την ελπίδα ότι όλα θα γίνονταν όπως πριν. Μετά το
τέλος του Μεγάλου Πολέμου ήλπιζαν στην προστασία των χριστιανικών κρατών
κυρίως της Αγγλίας και της Αμερικής. Πολλές φορές έφθαναν κολυμπώντας
στα αμερικάνικα πολεμικά.
Αργότερα
η ελπίδα μετατέθηκε στη Ρωσία. Τα τσαρικά στρατεύματα κατέλαβαν τον
ανατολικό Πόντο δίνοντας ανάσα ζωής στους Αρμενίους και στους Έλληνες,
ενώ προμήθευαν με όπλα τούς αντάρτες. Πολλοί Πόντιοι ταξίδευαν στα
μανιασμένα νερά της Μαύρης θάλασσας (KaraDeniz) γιά να προμηθευτούν όπλα
για το αντάρτικο ή ακόμα για να παραμείνουν στη Ρωσία. Την περίοδο της
ρωσικής κατοχής του Ανατολικού Πόντου αγγίξαμε το όνειρο της
ανεξαρτησίας του Πόντου. Ο Βαλής της Τραπεζούντας, παρέδωσε την εξουσία,
όχι στους Ρώσους, αλλά στον μητροπολίτη Χρύσανθο λέγοντας του ότι “Από Έλληνες παραλάβαμε την Τραπεζούντα, και σε Έλληνες την παραδίδουμε“.
Αλλά
εκείνη η επανάσταση των μπολσεβίκων σήμανε την καταδίκη της
ανεξαρτησίας του Πόντου. Ο Λένιν παίρνοντας την εξουσία απέσυρε τα
ρωσικά στρατεύματα από τον ανατολικό Πόντο, στράφηκε κατά των Ελλήνων
και υποστήριξε με όλα τα μέσα τον Κεμάλ. Οι κομμουνιστές παρέδιδαν πλέον
όσους Ποντίους ζητούσαν βοήθεια στους Τούρκους και οι Πόντιοι έχασαν
κάθε υλική βοήθεια πού τούς παρείχε παλαιότερα το τσαρικό καθεστώς. Νέα
απόγνωση!
«Από
την απέναντι πλευρά του δρόμου έρχονταν πλήθος ανθρώπων. Κακοντυμένοι
με κίτρινα κουρέλια. Ήταν ρακένδυτοι, εξαντλημένοι και έμοιαζαν με
πτώματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά περπατούσαν ξυπόλητοι. Το πλήθος
μόλις είδε ότι το στρατιωτικό μας απόσπασμα δεν ήταν τουρκικό, άρχισε να
κλαίει πιο δυνατά και να εκλιπαρεί για βοήθεια. Η σιωπή της σοβιετικής
αποστολής θα καταχωρηθεί σίγουρα στο ιστορικό μητρώο ως ένοχη σιωπή.»
Από τις σημειώσεις του σοβιετικού στρατηγού Φρούντζε.
Τότε
η ελπίδα μετατέθηκε στον ελληνικό στρατό πού προχωρούσε ελευθερωτής στα
χώματα της Μικράς Ασίας. Κατ’ εμέ ο Βενιζέλος δεν βοήθησε καθόλου τούς
Ποντίους στο δράμα που περνούσαν, ιδιαίτερα το 1919 πού ο ελληνικός
στρατός ήταν πανίσχυρος. Ο Βενιζέλος, θα μπορούσε να βοηθήσει αν όχι σε
άντρες, τουλάχιστον σε χρυσό και πολεμοφόδια. Όλες οι εκθέσεις από τον
έφεδρο υπολοχαγό Χρυσόστομο Καραΐσκο, πού εστάλησαν στην κυβέρνηση των
Αθηνών έπεσαν στο κενό. Οι Πόντιοι αφέθηκαν πάλι στη μοίρα τους και όταν
συνετρίβη ο ελληνικός στρατός, οι αντάρτες του Πόντου ήρθαν σε νέα
απόγνωση. Αλλά ποτέ δεν παράτησαν τα όπλα. Συνέχισαν να πολεμούν μέχρι
την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης.
Βγαίνοντας από την Αμισό, οι άνθρωποι του Τοπάλ Οσμάν ήθελαν να μας δώσουν ένα γερό μάθημα. Ο Τοπάλ Οσμάν, ήθελε να κάνει ένα περίπατο μέχρι τα βουνά μας, γιατί σαν έναν περίπατο λογάριαζε την σύγκρουση μαζί μας, σε τέτοιο βαθμό δεν μάς έδινε σημασία. Οι άνθρωποι του Οσμάν ενώ ζύγωναν στα δάση μας κρατούσαν τα τουφέκια τους σαν γκλίτσες. Νόμιζαν ότι θα αντιμετωπίσουν γυναικόπαιδα. Με τη μακροχρόνια πείρα μας, με τις ματιές πού τούς ρίχναμε μέσα από τις φυλλωσιές, ζυγίζαμε την πολεμική τους ικανότητα….
Ρίχναμε
αραιά αραιά και νόμιζαν πώς ήμασταν λίγοι. Κάναμε το “Δ” πού ήταν σαν
μια φάκα. Εν τω μεταξύ συγκεντρώσαμε από παντού 2.000 τουφέκια, ως και
από το Καράπερτσιν είχαμε ενισχύσεις. Δεν γλύτωσαν γιατί ήταν βουνά,
δάση και τα αειθαλή εκείνα δέντρα πού ήταν αδύνατο να γλυτώσει κανείς.
Αυτά τα υπολείμματα τού Τοπάλ Οσμάν έτσι εξοντώθηκαν. Είχανε κάνει όμως
πάρα πολλά. Βάζαν τούς Χριστιανούς μέσα στις εκκλησιές και μέσα στα
σχολειά και τούς καίανε ζωντανούς.»
Οι
σπουδαιότεροι αρχηγοί αντάρτικων ομάδων του Πόντου ήταν οι: Βασίλ Αγάς,
Αντώνιος Χατζηελευθερίου (Αντόν πασάς) με τη γυναίκα του Πελαγία,
Παπαδόπουλος Αναστάσιος ή Κοτσά Αναστάς (ο Κολοκοτρώνης του Πόντου),
Στυλιανός Κοσμίδης (Ιστύλ Αγάς), Ιπποκράτης Δεδέογλου, Νικούν Αναστας,
Ταστσόγλου Σάββας, Ασλανίδης Σάββας, Μεγαλομύσταξ Γεώργιος, Τσακίρ Αγάς,
Καρά Ηλίας, Αλέκος Τερλόγλου, Νικόλας, Παπαδόπουλος Σωκράτης, Αντόν,
Καλλίνικος, καπεταν Ευκλείδης Κουρτίδης, Χαράλαμπος Λαζαρίδης, Ταγκάλ
Γιώργης Παπάζογλου, Αντίκ Γιώργης, Ατές Κωνσταντίν, Αράπογλου
Αναστασιος, Μιχάλ Αγάς, Ιωαννίδης Ευάγγελος (Ελβάν Μπέης), Γουτζόγλου
Μιχαήλ, Σταυρίδης Συμεών, Κυριλίδης Λάζαρος (Λαζάραγας), Καρυπίδης
Ευσταθιος, Αμοιράς Χαράλαμπος (Κούρτος), καπεταν Ισαάκ Αγά, Λεφτέρ
Χοτζά, Μελίκ Αγάς, Τσαουσίδης Παύλος (Παυλή Αγάς), Σαββίδης Περικλής,
κ.ά.
«…
Οι σφαίρες των υπερασπιστών του σπηλαίου που υπεράσπιζαν οι πολεμιστές
με εξακόσια και πλέον γυναικόπαιδα τελείωναν. Άλλη λύση δεν υπήρχε παρά
μόνο η παράδοση.
“Υπάρχει και άλλη λύση”, φωνάζει ο αρχηγός Καραβασίλογλου Γιώργης. “Θα παραδώσουμε τα πτώματα μας στους Τούρκους. Θα σκοτώσει ο ένας τον άλλον για να σώσουμε τα γυναικόπαιδα.”
Κοιτάζονται
τα παλληκάρια ίσια στα μάτια. Η απόφαση είναι σκληρή, είναι απόφαση
υπέρτατης θυσίας. Δίνει το περίστροφο στον Ταγκάλ Γιώργη. “Θα μας
σκοτώσεις όλους και αφού σηκώσεις άσπρη σημαία θα σκοτωθείς κι εσύ”.
Αγκαλιάζονται
και φιλιούνται οι άγριοι πολεμιστές με δάκρυα στα μάτια. “Για την πίστη
και την πατρίδα μας”, φωνάζει ο καπετάνιος. Ο Ταγκάλ Γιώργης πυροβολεί.
Ο πρώτος υπερασπιστής πέφτει. Ύστερα κι άλλος, κι άλλος, κι άλλος.
Φτάνει στα δύο του παιδιά. Τα κοιτάζει στα μάτια και τούς ρίχνει. Δεν
καταλαβαίνει τίποτα. Ρίχνει συνέχεια. Και όταν οι Τούρκοι μπαίνουν στην
σπηλιά κοιτάζει κατάματα την κάννη του περιστρόφου και πυροβολεί…»
Αχιλλέας Ανθεμίδης – Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του Ποντιακού Ελληνισμού 1912-1924
Στα βουνά της Πάφρας έδρασε ο οπλαρχηγός Αντόν Πασάς με την σύντροφό του Πελαγία. Ήταν και οι δύο άριστοι σκοπευτές και ατρόμητοι πολεμιστές. Τα κατορθώματα τους τραγουδήθηκαν σε ολόκληρο τον Πόντο. Τα αντάρτικα τραγούδια ήταν συνήθως στην τούρκικη, γιατί και οι Πόντιοι της περιοχής όπου έδρασε το αντάρτικο, ήταν τουρκόφωνοι. Η Ορθοδοξία μας όμως ήταν αυτή πού κράτησε άσβεστη την εθνική τους συνείδηση και πολέμησαν σαν λιοντάρια τούς βάρβαρους μουσουλμάνους κατακτητές.
Ο
Αντόν πασά με τη φήμη του αήττητου, το 1916 ανακηρύχθηκε στην
Τραπεζούντα Γενικός Αρχηγός των Ανταρτικών Ομάδων του Δυτικού Πόντου. Οι
τσαρικοί της Ρωσίας τον προμήθευαν όπλα και συχνά πυκνά κατέβαινε στις
παραλίες για να τα παραλάβει. Το 1917 με 400 αντάρτες περικύκλωσε την
κωμόπολη Τσιντίκ και απείλησε το νομάρχη Αμάσειας με άμεση πυρπόληση της
πόλης, προκειμένου να απελευθερώσει τη γυναίκα του Πελαγία, κάτι πού
επετεύχθη. Στη μάχη του Παλίκ Κιολί ταπείνωσε ολόκληρα συντάγματα του
τουρκικού στρατού. Η πιο σκληρή μάχη του Αντόν πασά δόθηκε όταν οι
τούρκικες αρχές βάζοντας πείσμα να τον εξοντώσουν, αποφάσισαν να τον
χτυπήσουν μέσα στο ίδιο του το λημέρι. Η κατάσταση ήταν πιο δύσκολη
τώρα, γιατί οι Τούρκοι χτυπούσαν απ’ όλες τις μεριές κι ο Αντόν πασάς
έβλεπε ότι είναι κυκλωμένος. Η μάχη κράτησε πολλές μέρες και στο τέλος
οι Τούρκοι μη μπορώντας ν’ αντέξουν περισσότερο στην ορμή των
παλληκαριών του Αντόν πασά, τα παράτησαν και έφυγαν ντροπιασμένοι,
δίνοντας του μια ακόμα μεγάλη νίκη.
Οι
Τούρκοι όταν δεν τα καταφέρνουν με τα όπλα καταφεύγουν στην μπαμπεσιά.
Μέσω του Δεσπότη Γερμανού Καραβαγγέλη του πρότειναν αμνηστία και
παράδοση. Ο Αντόν πασάς πού γνώριζε από τουρκική μπέσα, αρνήθηκε την
αμνηστία με αποτέλεσμα να επικηρυχθεί με το ποσό των 50.000 χρυσών
λιρών. Το αποτέλεσμα το έχουμε ζήσει άπειρες φορές στην ελληνική
ιστορία. Προδότες, έπειτα από ενέδρα, σκότωσαν τον ήρωα οπλαρχηγό,
έκοψαν το κεφάλι του και το παρέδωσαν στους Τούρκους οι οποίοι ουδέποτε τούς έδωσαν την αμοιβή.
Το
1921, ο Λιβά Τζεμίλ Τζαβήτ πασάς υποσχέθηκε στον Κεμάλ ότι θα κόψει τη
ρίζα των γκιαούρηδων από τα τουρκικά βουνά. Με προσωπική εντολή του
Κεμάλ οργάνωσε ισχυρό τουρκικό στρατό για να εξοντώσει πλήρως όχι μόνο
τις αντάρτικες ομάδες αλλά και τα γυναικόπαιδα του Πόντου. Και όμως οι
Πόντιοι αντάρτες, με φτωχό οπλισμό, δεδομένου ότι οι Ρώσοι μπολσεβίκοι
υποστήριζαν τον Κεμάλ, αντιμετώπισαν επιτυχώς και αυτόν τον αιμοσταγή
στρατηγό. Θεριό ήταν απ’ το κακό του ο Λιβά πασάς για τις αποτυχίες του,
γιατί στο κάτω κάτω δεν πολεμούσε με τον τακτικό ελληνικό στρατό, αλλά
με μερικές φούχτες γκιαούρηδων, που όχι μονάχα τολμούσαν να του
αντιστέκονται, αλλά και τον νικούσαν.
Ισχυρές
μάχες δόθηκαν στην περιοχή Τσαρσαμπά, αρχαία Θεμίσκυρα, βασίλειο των
Αμαζόνων. Ακολουθούν αφηγήσεις των πολεμιστών Σάββα Ασλανίδη και Παύλου
Τσαουσίδη:
«Ο
Λιβά πασάς επέδραμε και πάλιν εναντίον του μετώπου του Τσοπού Δερεσί.
Περί τους 500 πολεμισταί μας έσπευσαν εις βοήθειαν υπό τους αρχηγούς
Γιώργον Τσακίρην και Δελή Σωκράτην, επίσης έφθασαν οι καπεταναίοι
Αναστασης Καριπίδης, Μαυροκώστας και Ευστάθιος. Η μάχη ήτο φοβερά. Εκ
τεσσάρων σημείων επετίθεντο οι Τούρκοι. Ο Λιβά πασάς επωφεληθείς μιας
φιλονικίας μεταξύ των αρχηγών Τσακίρη και Δελή Σωκράτη, οι οποίοι
εγκατέλειψαν την μάχην, ηχμαλώτισε πολλούς εκ των ημετέρων, τους οποίους
έσφαξε ανηλεώς. Πλείστα γυναικόπαιδα έπεσαν εις χείρας του αιμοβόρου
Τούρκου στρατηγού, εκ των οποίων τας μεν παρθένους και τας γυναίκας
ητίμασαν αι ορδαί του και εξώρισαν κατόπιν εις Χαρπούτ, φονεύοντες καθ’
οδόν τας αποκαμούσας, τους δε άνδρας κατεκρεούργησαν αγρίως. Τους
λοιπούς κατωρθώσαμεν να διασώσωμεν την νύκτα διελθόντες τη βοηθεία και
άλλων ανταρτών του Μπογαλίκ, τον ποταμόν Ίριν. Πολλοί όμως κατά την
διάβασιν του ποταμού επνίγησαν. Οι μισοί εξ αυτών φοβηθέντες το ρεύμα
του ποταμού, το οποίον ήτο τότε ορμητικόν, εστράφησαν προς το όρος Ακ
Νταγ όπου, ένεκα του δριμύτατου χειμώνος, υπέφεραν τα πάνδεινα.
Συλληφθέντες μετά τινας ημέρας υπό των Κεμαλικών ορδών κατεσφάγησαν
αγρίως.
Ο στρατηγός Τζαβήτ πασάς άγων ολόκληρον σύνταγμα, προέβη εις τακτικήν πολιορκίαν του Δαζλή. Με το στρατό του, συνέπραττον όλοι οι άτακτοι Τούρκοι των περιφερειών Έρπαα, Αμασείας, Τοκάτης και Νεοκαισαρείας. Κιρκάσιοι φίλοι μας, που μας ειδοποίησαν περί της αφίξεως του φιρκά κουμανταντί, ανέβαζαν την δύναμίν του εις 10.000 άνδρες, στρατού και ατακτων. Ο αρχηγός μας καπεταν Γιώργης Μεγαλομύστακας εζήτησε την βοήθεια του διασήμου οπλαρχηγού Αναστάση Παπαδοπούλου.
Μόλις
πήρε το μήνυμα ο αρχηγός μας, έστειλε παρευθύς αγγελιοφόρους σε όλες
τις ομάδες και μέσα σε λίγες ώρες έγινε η συγκέντρωση περίπου 200
οπλιτών και άλλων τόσων αόπλων, που πάντα τους έπαιρνε μαζί για
βοηθητικούς και για να δείχνουν όγκο. Επικεφαλής της δύναμης μπήκε και
πάλιν ο ίδιος ο Κοτσαά Αναστας, όπως και οι υπαρχηγοί Θεόφιλος
Χατζηπουλίδης, Μιχαήλ Κιουρτσόγλου, Μελέτιος Παϊραχταρίδης, Αναστάσης
Μεγαλομμάτης κι εγώ ο Παύλος Τσαουσίδης. Σουρούπωμα ξεκινήσαμε και
περπατώντας όλη τη νύχτα φτάσαμε τα χαράματα στο Ταζλί Τερεσί, πιάσαμε
θέσεις σ’ ένα μέρος του βουνού και ειδοποιήσαμε τον καπεταν Γιώργη αγά
για την άφιξή μας.
Στο
μεταξύ ο πληθυσμός που είχε εγκαταλείψει τα καλύβια, έμενε κρυμμένος
μέσα στα σπήλαια του βουνού, που βρισκόντουσαν, σε απόκρημνα μέρη, πολύ
ψηλά, όπου δεν μπορούσε εύκολα να φτάσει κανείς παρά μόνο στις στιγμές
εκείνες που ο άνθρωπος αποκτά υπεράνθρωπες δυνάμεις, για να σώση τη ζωή
του. Όπως αργότερα διαπιστώσαμε ο στρατός κατάφερε να μπει μέσα στα
καλύβια, μετά απ’ τη φυγή του πληθυσμού, τα ρήμαξε και κατάστρεψε ό,τι
βρήκε, τρόφιμα, ρουχισμό κλπ. Πολύ γρήγορα, όμως, το πλήρωσε ακριβά,
εφόσον αποτόλμησε να σκαρφαλώσει στα επικίνδυνα εκείνα σημεία.
Με
τα πρώτα πυρά και την σύγχρονη εξόρμησή μας, οι Τούρκοι εμπροσθοφύλακες
παρατήσανε τα πόστα τους και φεύγοντας έτρεχαν πανικόβλητοι να ενωθούν
με τον κύριο όγκο του στρατού. Ακολούθησε δεύτερη επίθεση από τις άλλες
ομάδες, κι αντιλάλησαν τα βουνά απ’ τα τουφέκια μας. Οι στρατιώτες
απαντούσαν στην αρχή με πολύ πυκνά πυρά επίσης, αλλά όταν είδαν ότι
βάλλονται όχι από μια αλλά από τρεις πλευρές, και μη ξέροντας ποιες ήσαν
οι δυνάμεις μας, άρχισαν να υποχωρούν από φόβο μήπως κυκλωθούν και
μάλιστα σε μέρη τόσο επικίνδυνα όπου ήταν αδύνατο ν’ αναπτυχθούν. Το ένα
μετά το άλλο άφηναν τα χαρακώματα τους μπροστά στις ορμητικές επιθέσεις
των δικών μας, ως που ο Γιώργη αγάς εξορμώντας με χειροβομβίδες έβγαλε
και τους τελευταίους της περιοχής του από το χαράκωμα, το Τσιν Τουζ λά
λεγόμενον.
Οι
απώλειες του εχθρού ήσαν μεγάλες σ’ αυτή την τριπλή επίθεσή μας, αλλά
την μεγαλύτερη συμφορά την έπαθαν οι Τούρκοι στρατιώτες κυρίως στην
περιοχή των καλυβιών, όπου τ’ απόκρημνα μέρη στάθηκαν ο χαμός πολλών.
Γιατί ενώ οι δικοί μας ήσαν εξοικειωμένοι με το έδαφος και μάθαν να το
περπατούν σαν τα ζαρκάδια, εκείνοι, ξένοι εντελώς σε τέτοιες απόκρημνες
περιοχές, ταχαν χαμένα και δεν ξέραν από που να φυλαχτούν, από τα βόλια
μας ή απ’ το κατρακύλισμα. Και η αλήθεια είναι ότι περισσότεροι
σκοτωνόντουσαν κατρακυλώντας μέσα σε χαράδρες και γκρεμούς, παρά απ’ τα
τουφέκια μας, που ωστόσο κι αυτά κάναν τη δουλειά τους.
Καθώς
αργά τ’ απόγεμα είχε αρχίσει η μάχη δεν κράτησε πολλή ώρα, γρήγορα ήλθε
η νύχτα κι επωφελούμενοι οι Τούρκοι έφυγαν, κι έτσι ο γενναίος πασάς
που ήλθε «να κόψη τη ρίζα των γκιαούρηδων απ’ τα τούρκικα βουνά» έπαυσε
να καυχιέται. Οι απώλειες των Τούρκων στην μάχη εκείνη ήσαν περίπου 100
νεκροί και πολλοί τραυματίες. Εμείς μείναμε στις θέσεις μας εκείνη τη
νύχτα και το πρωί σπεύσαμε προς τα σπήλαια όπου ο άμαχος πληθυσμός μας
κινδύνευε να πάθη ασφυξία. Κατάχλωμοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά,
βγήκαν απ’ τους κρυψώνες τους κι απ’ την χαρά τους κλαίγαν, μας
αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν, γιατί και τούτη τη φορά τους είχαμε
γλυτώσει από βέβαιο θάνατο.»
Γη του Πόντου – Δημήτρης Ψαθάς
Ο
Παντελής Αναστασιάδης (Παντέλ Αγάς) ήταν μαθητής του Γυμνασίου
Σαμψούντος όταν εκηρύχθη ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Βγήκε στο αντάρτικο
και πήρε το βάπτισμα του πυρός στο Αγιού Τεπέ, όπου 47 αντάρτες και
2.500 γυναικόπαιδα περικυκλώθηκαν από χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες.
Κατάφεραν να διαφύγουν μέσα στη νύκτα προς το Καράπερτσιν. Όλα τα
ρωμαίικα χωριά πυρπολήθηκαν από τον τουρκικό στρατό και αυτό ανάγκασε
την ομάδα του Δημήτρη Χαραλαμπίδη, στην οποία ανήκε ο Παντελής να
κινηθεί προς τον Τσαρσαμπά. Οι απώλειες των ανταρτών ήταν 4 νεκροί –
μεταξύ των οποίων ο γιός του αρχηγού Δημοσθένης – και 3 τραυματίες, ενώ
των Τούρκων 119 νεκροί. Ο Παντέλ Αγάς επανήλθε στο Αγιού Τεπέ και εκεί
τιμωρούσε όσες τουρκικές συμμορίες έκαναν εγκλήματα εις βάρος Ρωμιών
χωρικών.
«Εκείνην
ακριβώς την εποχήν πληροφορηθήκαμε πώς κάποιος ανώτερος αξιωματικός
ονόματι Κεμάλ Πασάς προερχόμενος εκ Κωνσταντινουπόλεως μέσω Σαμσούντος
επροχώρησεν προς Αγκυραν, διερχόμενος εκ των πόλεων Τοκάζ, Σεβάζ,
Αμάσεια, και διακηρύττων την οργάνωσιν του τουρκικού στρατού…
Εβλέπομεν
τα πράγματα συγκεχυμένα. Αδράνεια των Άγγλων. Ήδη εις την Άγκυρα
εσχηματίσθη κυβέρνησις Κεμάλ Πασά με Ισμέτ Ινονού. Εν όψει όλων αυτών,
με τα όπλα στο χέρι, εξακολουθούσαμεν εν μέρει τα έργα μας αναμένοντες
με μίαν ελπίδα την επέμβαση των συμμάχων και δη των αγγλικών
στρατευμάτων. Πλην όμως όλες οι ελπίδες απέβησαν μάταιαι, ουδεμία
επέμβασις… Μετα 2 – 3 ημερες, συνελήφθησαν ο Σεβασμιώτατος Ζήλων
Ευθύμιος, ο Πρωτοσύγγελος Αγιος Πλάτων Αϊβαζίδης και άλλους πρόκριτους,
ιατρούς κ.λπ.
Κατά
μήνα Απρίλιον, απεκλείσθη η Αμισός δι’ ισχυρών δυνάμεων στρατού και
χωροφυλακής και δεν επετρέπετο η έξοδος από 15 ετών μέχρι 65. Άρχισαν
από τό εσωτερικό της πόλεως, από σπίτι σε σπίτι να μαζεύουν όλους τούς
άνδρες εις στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Θρήνοι, οδυρμοί και απόγνωσις
επεκράτει παντού. Πανικός κυριολεκτικώς, διότι όλοι εγνώριζον ταίς
θηριωδίαις των βαρβάρων Τούρκων. Μόλις εμείς οι αντάρτες εμάθαμεν τα
γεγονότα ειδοποιηθήκαμεν διά συνδέσμου νά είμασθε εν επιφυλακή.
Ξεκίνησαν την πρώτην
αποστολή με ισχυράς δυνάμεις από τούς στρατώνες του Ελεσκιοΐ. Μόλις
έφθασε ο κόσμος εις ορισμένο σημείο τούς έβαλαν με καταιγιστικά πυρά.
Ενύκτωσε πλέον και εσταμάτησαν τα πυρά, μπήκαν οι αιμοβόροι στρατιώται
εφ’ όπλου λόγχη μέσα στους σκοτωθέντας νά γυμνώσουν και να αποτελειώσουν τούς τραυματίας…
Κατόπιν των ανωτέρω βαρβάρων γεγονότων, αφού πλέον η κυβέρνησις Κεμάλ πασά απηλλάγη των ανδρών των πόλεων, εσκέφθησαν την εξόντωσιν των χωρίων και των ανταρτών. Για τον σκοπόν αυτόν συγκέντρωσαν εις την Σαμψούντα, Τσαρσαμπά, Πάφρα, Ερπαα ένα σώμα (ορτού) στρατού 12.000. Ίδρυσαν επίσης ανεξάρτητο τάγμα ανταρτών υπό τόν Κερασούντιον αιμοσταγή Τοπάλ Οσμάν και τον Πίν Πασά και κατά τόν Μάΐον 1921 εισέβαλον από όλα τα σημεία κατά των χωρίων και των ανταρτών. Με την πρώτη επιδρομή πού μας έκαναν αντεσταθημεν εις τό χωρίον Τουνίκ Ανδρεάντων. Αντεσταθημεν επί δύο ημέρας χωρίς να τούς αφήσουμε να βηματίσουν. Ο εχθρός εμάχετο με κανόνια, μυδράλια, πολυβόλα και άφθονο υλικό. Εμείς δε μόνον με όπλα. Μετά δύο ημερών μάχη, βλέποντες εξάντληση του υλικού μας, μαζί με τόν Απαντζόγλου Χατζηχρήστο, Παπούλ Αγά, Ιστύλ Αγά και άλλους καπεταναίους εκάναμεν σύσκεψιν γιά αποχώρησιν…
Προηγηθέντων
ως εμπροσθοφυλακή ομάς ανταρτών ξεκίνησε ο πληθυσμός με δάκρυα και με
κατάρες εις τα στόματα του κόσμου, οπόταν φθάσαμεν εις τό Σαλτούχ
εγκαταλείποντες τα χωρία μας. Τί να ιδείς! Ανθρωποθύελλα…….Γυναικόπαιδα
πλέον των 4.000 ακολουθούντες πάντοτε τις οικογένειες των ανταρτών εκ
του σύνεγγυς μήπως τούς εγκαταλείψουν οι αντάρται. Κατά τα ξημερώματα
της άλλης ημέρας, τί να ιδούμε. Φωτιά εις όλα τα χωριά, καπνός κατέκτησε
τον ουρανό και να μην μπορούμε με τα τηλεσκόπια να διακρίνωμε τίποτε… Ο
στρατός προέβη εις λεηλασίας και εν συνεχεία φωτιά εις όλα τα χωρία,
σπίτια, αποθήκες, αχυρώνες…»
Τον
Ιούνιο του 1921, ο Παντέλ Αγάς βρέθηκε στην τοποθεσία Σαλτούχ
αποκλεισμένος από χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες και από 400
βαζιβουζούκους του Τοπάλ Οσμάν. Εκεί με τούς οπλαρχηγούς Παπούλ Αγά,
Χατζηχρήστο Απατζόγλου, Καβασλή, Βασιλάκη, Ταχτατζή, Νεόφυτο Τελή
αντιμετώπισε τίς πεισματικές επιθέσεις του εχθρού. Οι απώλειες του
άμαχου πληθυσμού πού προστατεύονταν από τούς αντάρτες ήταν μεγάλες, ενώ
όσα γυναικόπαιδα εντοπίστηκαν από τούς Τούρκους σέ σπηλιές και
κρησφύγετα μέσα στο δάσος, κατακρεουργήθηκαν.
«Εν
συνεχεία μάθαμεν πως ο στρατός απεσύρθη εντελώς και άλλοι καπεταναίοι
και πλήθος κόσμου κατήλθον εις τα καμένα χωριά τους διά να ιδούν τί
απέγιναν όσοι παρέμειναν κρυπτόμενοι. Τί να ιδούμε, όμως. Απελπισία
παντού, οι φωτιές καίνε ακόμα στα σπίτια, πανικός δε εις όσους
συναντήσαμεν, φόβος και τρόμος, κλάματα, κακό. Μας διηγήθηκαν τα όργια
των βαρβάρων. Είχαν μαζί τους ανιχνευτικούς σκύλους και μέσα στα δασάκια
ανεκάλυψαν τα κρησφύγετα του κόσμου εντός της γης. Τούς έπιαναν και
αφού τούς λήστευαν, τούς ατίμαζαν. Εν τέλει με πολλά βάσανα τούς
σκότωναν.
Μεταξύ
των κατ’ αυτόν τον τρόπον ανακαλυφθέντων και σκοτωθέντων ήσαν αι
οικογένειαι των αδελφών Απατζόγλου Χατζηχρήστου και Αθανάς Αγά,
μακαρίτου Παπά Ευσταθίου, Τσερκέζογλου Μιλτιάδου και πολλών άλλων.
Πολλούς δε άλλους συλληφθέντας τούς συνεκέντρωσαν εις τα σπίτια Τσάϊ
Σάββα και Χατζηφώτη Σταύρου περίπου 150 άτομα και τούς κατέκαυσαν
θηριωδέστατα. Ερημώθηκαν πλέον τα χωριά μας εντελώς. Τα δε ζώα και πάν
ό,τι ευρέθη τα μετέφεραν ως λάφυρα. Ούτε οικήματα, ούτε ρουχισμός, ούτε
τρόφιμα.»
«Τον
Σεπτέμβρη του 1922 συνήλθε η συνδιάσκεψη της Λωζάννης κι αποφασίστηκε
ανάμεσα στ’ άλλα η ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι Τούρκοι που βρισκόντουσαν
στην Ελλάδα θα έπρεπε να πάνε στην Τουρκιά κι οι Έλληνες της Τουρκιάς
ν’ αφήσουν την γη τους και νάρθουν για να εγκατασταθούν οριστικά στην
χώρα των αρχαίων προγόνων. Ποιοι Έλληνες, όμως; Πόσοι είχαν μείνει απ’
το μακελειό του προγραμματισμένου αφανισμού τους και που βρισκόντουσαν;
Λίγοι περισώθηκαν στις πόλεις κι άλλοι, ανθρώπινα κουρέλια, κυλούσαν τις
βασανισμένες μέρες τους στα βάθη της Ανατολής, απομεινάρια των
καραβανιών που σπρώχτηκαν κατά δεκάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες προς τους
ατέλειωτους δρόμους του χαμού. Ήσαν μόνο εκείνοι που είχαν την «τύχη»
να γλυτώσουν απ’ τη σφαγή, απ’ την αρρώστια, απ’ την πείνα, απ’ την
φυλακή, απ’ την κρεμάλα, απ’ τα χίλια δυο δεινά που τους εξασφάλισε ο
τούρκικος πολιτισμός με την βοήθεια της ευρωπαϊκής διπλωματίας.
Είναι
το μέρος της ελληνικής τραγωδίας που λιγότερο αναφέρεται στην σύγχρονη
Ιστορία μας, συνήθως με τις φράσεις «τουρκικές ωμότητες» και «ανταλλαγή
των πληθυσμών», όχι όμως το μικρότερο. Πίσω απ’ αυτές τις φράσεις
κρύβεται το απέραντο δράμα ενός ολόκληρου λαού ελληνικού, με ιστορία 25
αιώνων που είχε δοκιμαστή στο σίδερο και την φωτιά της τούρκικης
βαρβαρότητας, άνθεξε, αγωνίστηκε, έγινε η κύρια οικονομική δύναμη της
οθωμανικής αυτοκρατορίας και τώρα ξεριζωνόταν βίαια, οριστικά και
τελεσίδικα, για πάντα.
Στην
αρχή το μήνυμα φάνηκε απίστευτο. Να πάνε στην Ελλάδα; Αχνό χαμόγελο
χάραξε τα ρημαγμένα πρόσωπα, γιατί η Ελλάδα φεγγοβολούσε στην ψυχή τους
σαν ένας τόπος μαγικός, σαν όνειρο. Πόσο, όμως, ακριβά πληρωμένο εκείνο
το άγγιγμα του ονείρου!… Έπρεπε ν’ αφήσουν τα προγονικά τους χώματα, τη
γη που πότισαν με δάκρυα και ιδρώτα αιώνων. Αλλά δεν είχαν το δικαίωμα
της εκλογής.
Έτσι
ξεσηκώθηκαν τ’ απομεινάρια του πληθυσμού, από τους μακρινούς τόπους της
εξορίας, ερείπια ανθρώπων, άντρες που είχαν χάσει τις γυναίκες τους,
γυναίκες που είχαν χάσει τους άντρες, παιδιά που είχαν χάσει τις μανάδες
και τους πατεράδες, χιλιάδες ορφανά, πλήθος σκελετωμένο απ’ τις
κακουχίες και τα βάσανα, σκιές ανθρώπων τυραννισμένων, που
ανασχηματιζόντουσαν ξανά σε καραβάνια εξαθλιωμένα για να πάρουν και πάλι
με τα πόδια τους ατέλειωτους, πολυήμερους δρόμους του γυρισμού. Απ’ την
Τοκάτη, απ’ το Ερζερούμ, απ’ το Ερζιγκιάν, απ’ το Διαρεβερκίρ απ’ το
Χούνους, απ’ την Κασταμονή, από τα Άδανα, απ’ την Σεβάστεια, απ’ το
Ικόνιο, απ’ όλα τα μακρυνά χωριά της ενδοχώρας της Τουρκιάς, από τις
πόλεις και τις κωμοπόλεις, όπου επιζούσαν οι σκιές των εξορίστων,
κρυμμένες και χαμένες πίσω απ’ τα πανύψηλα βουνά, βλέπαν και πάλι τους
τζανταρμάδες να τους ξεσηκώνουν.
Χαμένα
τα σπίτια τους. Καμένα τα χωριά τους. Κλεμμένο το βιός τους. Σπαρμένα
τα κόκκαλα των αγαπημένων τους στα βουνά, στις λαγκαδιές, στις στράτες,
στα ποτάμια. Έπρεπε, όμως, να ξεκινήσουν όσοι μείναν, μανάδες με τα
παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, κι άλλοι έρημοι και μόνοι.
Συχνά από τους δέκα μιας οικογένειας είχε απομείνει μόνο ένας. Και όχι
σπάνια, κανένας. Πολλές περιγραφές υπάρχουν για την τραγωδία της
επιστροφής. Αλλά μια και παρακολουθήσαμε τους Σανταίους στους τόπους της
εξορίας τους, ας δούμε την επιστροφή τους – αντιπροσωπευτική είναι η
περιγραφή για ό,τι άρχισε και συνεχιζόταν εκείνη την εποχή σ’ ολόκληρο
τον Πόντο.
«Τον
Νοέμβρη του 1922 ειδοποίησαν οι τούρκικες αρχές τους εξόριστους ότι
είναι ελεύθεροι να επιστρέψουν στην Τραπεζούντα ή όπου αλλού θέλουν,
αρκεί να υποβάλουν δηλώσεις για τον τόπο της προτίμησής τους. Όλοι οι
Σανταίοι έκαναν δηλώσεις για την Τραπεζούντα κι έτσι η επιστροφή τους
έγινε ομαδική. Τα περισσότερα γυναικόπαιδα της Σάντας βρισκόντουσαν στο
Ερζιγκιάν, κι άλλα στο Χούνους. Αυτα είχαν τις περισσότερες περιπέτειες
στον γυρισμό.
Την
πρώτη μέρα που ξεκίνησαν πέρασαν απ’ τα μνήματα των νεκρών τους. Τα
περισσότερα ήσαν αδειανά γιατί οι λύκοι ξέθαψαν τα πτώματα. Η κάθε
γυναίκα γονάτιζε στο μνήμα των αγαπημένων της νεκρών και άρχιζε τα
μοιρολόγια… Επί τέλους η συνοδεία προχώρησε. Το κρύο φοβερό. Έπεφτε
πυκνό χιόνι. Ανάμεσα στο πλήθος υπήρχαν και 8 αξιολύπητα παιδιά από το
Ζουρνατσάντων, 8 – 10 χρόνων, που είχαν μείνει τελείως ορφανά. Μερικοί
εξόριστοι απ’ το Χούνους δήλωσαν ότι είναι πατεράδες των παιδιών αυτών
και έτσι τα ορφανά βρήκαν κοντά τους προστασία κι όσες φορές δεν
μπορούσαν να προχωρήσουν τα βοηθούσαν.
Μισοπεθαμένο
απ’ το κρύο το πλήθος συνέχισε το πρωί την πορεία του κι ύστερα από δυο
άλλες εξαντλητικές ημέρες έφτασε σ’ ένα άλλο χωριό αντίκρυ στο Χασάν
Καλέ. Την άλλη μέρα άρχισαν ν’ ανεβαίνουν το βουνό με τις ατέλειωτες
στροφές κι απ’ την κορφή του αντίκρισαν το Ερζερούμ σκεπασμένο με παχύ
στρώμα χιονιού. Η χαρά τους ήταν μεγάλη γιατί ξέραν ότι εκεί θα έβλεπαν
τους γνωστούς και συγγενείς τους. Πράγματι όταν κατέβηκαν στο Ερζερούμ
μερικοί αντάμωσαν τα παιδιά τους, άλλοι τις γυναίκες τους. Τους
περίμενε, όμως, ακόμα η σκληρότερη πορεία 15 – 20 ημερών για να φτάσουν
μέχρι την Τραπεζούντα. Μια μέρα μείναν ελεύθεροι στο Ερζερούμ και την
άλλη πάλι δρόμος, μεσα στα χιόνια και την παγωνιά.
Ύστερα
από λίγες μέρες έφτασαν στην Βαϊβούρτη. Πέρα απ’ την Βαϊβούρτη οι
χωροφύλακες αντικαταστάθηκαν με άλλους ασυνείδητους και άσπλαχνους που
ζητούσαν αφορμή να βασανίσουν τους εξόριστους στον δρόμο. Ύστερα από
ταλαιπωρίες 10 ημερών έφτασαν στο Τζεβιζλήκ, όπου μέσα σε λίγες μέρες
συγκεντρώθηκαν όλα τα γυναικόπαιδα της Σάντας. Στο Τζεβιζλήκ έριξαν τους
άντρες στους στρατώνες που ήσαν τελείως ακατάλληλοι για την διαμονή
ανθρωπίνων υπάρξεων. Εκεί ταλαιπωρήθηκαν άλλες 5 ημέρες και τέλος
κατέβηκαν στην Τραπεζούντα και σκόρπισαν στα ελληνικά σπίτια της
Δαφνούντας».
Η
ίδια αυτή εικόνα ολούθε – να σέρνονται χιλιάδες άνθρωποι προς τις
παραθαλάσσιες πόλεις όπου θα ερχόντουσαν τα καράβια απ’ την Ελλάδα για
να τους παραλάβουν. Κι αυτό κρατούσε επί μήνες- μέχρι και το 1924 ακόμα
συνεχιζόταν το μαρτύριο γιατί ήταν να μεταφερθεί κοντά ενάμισι
εκατομμύριο κόσμος σκορπισμένος σ’ όλη τη Μικρασία. Συγχρόνως απ’ την
Ελλάδα φεύγαν οι Τούρκοι της ανταλλαγής με όλες τις τιμές και μ’ όλα τα
συμπράγκαλά τους, δίχως να πειραχτεί τρίχα της κεφαλής τους. Φτάνοντας,
όμως, πέφταν με μανία κι αυτοί επάνω στους Ρωμιούς και προ πάντων στις
περιουσίες και τα σπίτια τους, απ’ όπου τους βγάζαν μ’ απειλές και με
βρισιές, έτσι που ολόκληρα πλήθη βρισκόντουσαν άστεγα, στις αποβάθρες
καρτερώντας.
Αλλού
επικρατούσε κάποια τάξη. Αλλού πέρα για πέρα ασυδοσία του τουρκικού
πληθυσμού και των τζανταρμάδων. Κερασούντιος ο παραπάνω αφηγητής, μας
δίνει άλλη εικόνα της πατρίδας του, που ρήμαξε ο Τοπάλ Οσμάν κι απ’ όπου
φεύγαν όσοι απόμειναν: «Όρθρου βαθέως επιβιβάζονται εκ του λιμένος της
Κερασούντος αρκεταί οικογένειαι Ελλήνων. Τινάς εκ τούτων εξακολουθούν να
βασανίζουν οι Τούρκοι, ζητούντες καθυστερούμενους φόρους και ερωτώντες
που έχουν κρύψει τα πολύτιμα πράγματα των. Τινών αρπάζουν τα μικρά
δέματα, που κρατούν οι δυστυχείς υπό μάλης. Αλλά προχωρούν και
περισσότερον. Γνωστών οικογενειών ωραίες κόρες επιχειρούν να εμποδίσουν
να αναχωρήσουν. Έξαλλοι αι μητέρες επιτίθενται κατά των σατύρων και
αποσπούν τα τέκνα των εκ των βδελυρών χειρών των.
Έφτασε
ο Οκτώβρης του 1923 κι ακόμα συνεχίζεται η επιβίβαση. Από την
Τραπεζούντα ξεκινά μαζί με τους Σανταίους και ο συγγραφέας της Ιστορίας
της Σάντας Μιλτιάδης Νυμφόπουλος, που περιγράφει: «Στο λιμάνι της
Τραπεζούντας αγκυροβόλησε το ελληνικό υπερωκεάνειο «Ωκεανός», που πήρε
όλο τον υπόλοιπο κόσμο της Τραπεζούντας και της Σαμψούντας. Είμαστε 7- 8
χιλιάδες πρόσφυγες, στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες. Ο μεγάλος αυτός
συνωστισμός δημιουργούσε πολλά ζητήματα. Είχαμε δυο αποχωρητήρια για τις
χιλιάδες του κόσμου. Άλλο κακό η ύδρευση. Φοβερός συνωστισμός κοντά στη
βρύση, επέμβαση των ναυτών, φωνές, βλαστήμιες… Τις τρεις πρώτες μέρες
του ταξιδιού βλέπαμε απ’ το κατάστρωμα τα παράλια της Μικρασίας που
αφήναμε… Ύστερα φτάσαμε στο Βόσπορο… Το βαπόρι μπήκε στον όρμο τα
Καβάκια κι ύστερα από μιας ώρας διαδρομή αντικρίσαμε την Αγία Σοφία».
Καθώς
κατέβαιναν τα πλήθη των εξόριστων κι όλος ο ρημαγμένος πληθυσμός προς
τα λιμάνια, οι αντάρτες μεναν τώρα μόνοι στα βουνά τους. Να παραδοθούν
στις τούρκικες αρχές ούτε το βάζαν στο μυαλό τους γιατί δεν ταίριαζε
στην περηφάνεια τους κι άλλωστε, ξέροντας καλά τους Τούρκους, δεν είχαν
σιγουριά ότι θα σεβαστούν τους όρους της ανακωχής και αμνηστείας, που
απαιτούσαν πριν απ’ όλα την παράδοση των όπλων. Παρ’ όλα αυτά μερικές
ομάδες, έχοντας φτάσει σ’ αδιέξοδο, τ’ αποφάσιζαν και παράδιναν λιγοστά
παλιά τους όπλα, για να δουν πώς θα τους φερθούν οι Τούρκοι, κι εκείνοι
δείχναν ευχαριστημένοι κάνοντας πώς πίστευαν ότι… αφόπλισαν επί τέλους,
τους σκληροτράχηλους γκιαούρηδες κι έτσι ικανοποιούσαν το φιλότιμό τους.
Οι
πιο πολλοί, όμως, και προ πάντων οι φημισμένοι οπλαρχηγοί με τις ομάδες
τους, δεν εννοούσαν με κανένα τρόπο ν’ αποχωριστούν τον οπλισμό τους
και προσπαθούσαν να ξεγλιστράμε στα κρυφά και νάρχονται σ’ επαφή με
Τούρκους ναυτικούς, πληρώνοντας αδρά, για να εξασφαλίσουν βενζίνες για
το φευγιό προς τη Ρωσία ή την Ρουμανία, επειδή το πέρασμα από την Πόλη
για την Ελλάδα ήταν επικίνδυνο. Μήνες κρατούσε αυτή η προετοιμασία γιατί
ούτε η ανεύρεση των κατάλληλων προσώπων ήταν εύκολη, ούτε η πίστη στους
μεσάζοντες μεγάλη, κι έτσι με πολλές περιπέτειες άλλοι κατάφερναν να
φτάνουν μέχρι την Κιλικία και φεύγαν από κει, κι άλλοι φτάναν στα
παράλια του Ευξείνου Πόντου, όπου και συμφωνούσαν με τους Τούρκους για
τα παραπέρα.
Με
τον τρόπο αυτόν φεύγαν οι περισσότερες ανταρτικές ομάδες, ύστερα από
τόσων χρόνων παραμονή τους στα βουνά. Αλλά και την τελευταία τούτην ώρα
δεν έλειπαν τα δραματικά απρόοπτα, γιατί αν οι στρατιωτικές αρχές
κρατούσαν τα προσχήματα και δεν πείραζαν τους αντάρτες που τηρούσαν,
έστω και τυπικά, τους όρους της αμνηστίας, υπήρχαν όμως, πάντα οι
φανατισμένοι τσέτες, που έχοντας μίσος για τα όσα είχαν πάθει,
καιροφυλακτούσαν.
Έτσι
κακή τύχη περίμενε τον οπλαρχηγό Αναστάση Παπαδόπουλο – τον ξακουστό
Κοτσά Αναστας – που αψηφώντας τον κίνδυνο άφησε τ’ απρόσιτα λημέρια του
και κατέβηκε προς τις σφηκοφωλιές των τσετέδων. Το τραγικό περιστατικό,
που μας το ιστορεί ο Παύλος Τσαουσίδης, έγινε έτσι: Τις μέρες εκείνες
κυκλοφόρησε μια φήμη ότι όσοι Έλληνες θέλαν, μπορούσαν να πουλήσουν τα
χωράφια τους. Ο Αναστάσης Παπαδόπουλος, ενώ σ’ όλες τις άλλες
περιστάσεις φάνηκε τόσο μυαλωμένος και φυλαγόταν, πίστεψε το ψέμα, και
παίρνοντας μαζί του καμιά εικοσαριά παλληκάρια, κατέβηκε στο τούρκικο
χωριό Ερζενί, με τον σκοπό να φροντίσει για την πούληση των χωραφιών
του, που βρισκόντουσαν κοντα. Στο χωριό εκείνο είχε έναν φίλο Ταούτ αγά,
που τον βοήθησε πολύ όταν ήταν στο βουνό, και τώρα δέχτηκε με
υποκριτικές χαρές και καλοσύνες τον οπλαρχηγό, πρόθυμος να τον
φιλοξενήσει στο σπιτικό του. Φιλοξενήθηκαν όλοι στου Ταούτ αγά, που όμως
την δεύτερη μέρα κιόλας έφυγε, τάχα για να βρει αγοραστή των χωραφιών.
Στο μεταξύ, ολούθε στα τριγύρω μαθεύτηκε ότι ο Κοτσά Αναστας βρίσκεται
στο σπίτι εκείνο, κι έγινε σωστός συναγερμός των τσετέδων, που
κατάστρωσαν μυστικά το σχέδιο της εξόντωσής του. Ο οπλαρχηγός
ειδοποιήθηκε για τον κίνδυνο, αλλά δεν έδωσε σημασία, μη πιστεύοντας ότι
οι Τούρκοι που τρέμαν στο άκουσμα του ονόματός του, θ’ αποτολμούσαν
τίποτα σε βάρος του. Όμως ο κίνδυνος αποδείχτηκε πολύ μεγαλύτερος απ’
ό,τι τον φανταζόντουσαν κι εκείνοι ακόμα που είχαν την ανησυχία. Πλήθος
από τσέτες πιάσαν μια νύχτα όλα τα γύρω σπίτια κι άλλοι οχυρώθηκαν έξω
απ’ το χωριό, γύρω γύρω, για να μην αφήσουν να περάσουν αντάρτες, που θα
έτρεχαν τυχόν σε βοήθεια του αρχηγού τους.
Ήταν
η πέμπτη ημέρα που πέρασε στο σπίτι του Ταούτ αγά. Χαράματα είχε
ξυπνήσει ο αρχηγός και μπήκε στην μεγάλη σάλα του σπιτιού, που ήταν από
τρεις πλευρές ορθάνοιχτη κι εκτεθειμένη. Καθώς αφύλαχτος και άοπλος
προχωρούσε μέσα εκεί, αντήχησαν ξαφνικά απ’ όλες τις μεριές οι
τουφεκιές. Τινάχτηκαν τα παλληκάρια, άρπαξαν τα όπλα τους και τρέξαν,
αλλά ο καπετάνιος τους κοίτονταν νεκρός, πνιγμένος στο αίμα. Αμέσως
ταμπουρώθηκαν εκείνοι για να φυλαχτούν απ’ τα πυρά κι άρχισαν ν’
αμύνονται όπως μπορούσαν.
Το
μεγαλύτερο μέρος της ομάδας του οπλαρχηγού βρισκόταν σε απόσταση μιας
ώρας, κι από κει, ακούοντας τις τουφεκιές οι άλλοι άντρες, κατάλαβαν ότι
κάτι σοβαρό συμβαίνει κι έτρεξαν αμέσως για ενίσχυση. Ανάμεσά τους ήταν
κι ο μικρότερος αδελφός του αρχηγού Γιώργος Παπαδόπουλος κι όταν
ζύγωσαν όλοι μαζί στο σπίτι, πήραν αμέσως θέσεις και δυνάμωσε η μάχη.
Αλλά ο αδελφός του αρχηγού ήταν ανάστατος και μη ακούοντας τη φωνή του
Αναστάση, ούρλιαξε:
-
“Αδέλφια, αν ζούσε ο αδελφός μου θα χαλούσε τον κόσμο τώρα, με τη
βροντερή φωνή του. Σίγουρα μας τον φάγαν τα σκυλιά! Απάνω τους για να
εκδικηθούμε τους άτιμους τους δολοφόνους!”
Κι
όρμησε με μερικούς άλλους προς το σπίτι, αλλά σε λίγο έπεσε νεκρός.
Σκύλιασαν οι αντάρτες, αλλά οι τσέτες ήσαν τόσοι πολλοί ώστε κάθε ελπίδα
να τους διώξουν στάθηκε μάταιη. Με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατάφεραν
οι αμυνόμενοι μέσα στο σπίτι να σπάσουν τον κλοιό και να βγουν,
αφήνοντας όμως εκτός από τον καπετάνιο κι άλλους τρεις νεκρούς, κι
έχοντας μαζί τους τρεις λαβωμένους. Έτσι γλύτωσαν οι ρέστοι, αλλά ο
άδικος χαμός του αρχηγού και του αδελφού του σε μια και μόνη μέρα –
εκτός απ’ τον σκοτωμό των τριών – ορφάνεψε την οικογένειά του και γέμισε
με βαρύ πένθος όλους τους αντάρτες.
Έγινε
σκέψη για άμεσα αντίποινα, αλλά εγκαταλείφθηκε, γιατί όλος ο ελληνικός
πληθυσμός βρισκότανε στους δρόμους για τα λιμάνια, και φυσικά θα
ξαναπλήρωνε για μια ακόμα φορά την μανία των τσετέδων. Όπως μαθεύτηκε
αργότερα, οι Τούρκοι πήραν θριαμβευτικά το πτώμα του μισητού Κοτσά
Αναστάς, το μετέφεραν στην Τοκάτη και το κρέμασαν σ’ ένα τηλεγραφόξυλο
για να το βλέπουν οι ομόφυλοί τους και να χαίρονται. Ύστερα απ’ αυτό το
θλιβερό τέλος του παλληκαριού, που επί τόσα χρόνια τρομοκρατούσε τους
Τούρκους και αντιστάθηκε γενναία στις πιο μεγάλες επιθέσεις του στρατού,
ο Παύλος Τσαουσίδης με τ’ άλλα παλληκάρια και τους καπεταναίους, δεν
είχαν να κάνουν τίποτ’ άλλο παρά να εξασφαλίσουν, όπως κι όλοι οι άλλοι,
την φυγή τους. Μετα πολυήμερες περιπέτειες και πορείες ανάμεσα στ’
άγρια βουνά κατάφεραν να φτάσουν στα παράλια, κι έχοντες έλθει σε
συνεννόηση με Αρμένηδες κι Έλληνες αντάρτες της Ούνγιας, επιβιβάστηκαν
νύχτα, κρυφά σε 5 βενζίνες – διακόσιοι άνδρες με όλο τον οπλισμό τους –
κατά τα τέλη του Νοέμβρη του 1923.
Οι
καλοπληρωμένοι Τούρκοι καπεταναίοι τους οδήγησαν στα παράλια της
Ρωσίας, όπου κι αποβιβάσθηκαν, αφήνοντας μερικά απ’ τα όπλα τους χάρισμα
στον Τούρκο ρεΐζη. Όσα κράτησαν τα παράχωσαν κι αυτά μέσα στα χωράφια
και σε θάμνους κι ύστερα παρουσιάσθηκαν στις ρούσικες Αρχές. Το ίδιο
περιπετειώδης στάθηκε και η προσπάθεια διαφυγής των ανταρτών της Σάντας.
Εκεί, βέβαια, τα ρώσικα σύνορα ήσαν κοντά αλλά οι κίνδυνοι επίσης
μεγάλοι και δυο – τρεις απόπειρες που έγιναν κατά καιρούς, από μικρές
ομάδες ανταρτών, απέτυχαν, κάθε φορά με θύματα. Τις ίδιες μέρες που
φεύγαν οι αντάρτες του δυτικού Πόντου, οι Σανταίοι εξακολουθούσαν τις
μάχες, μπαρκάρισε όλος ο πληθυσμός της Τραπεζούντας και των χωριών, κι
ακόμα οι οπλαρχηγοί της Σάντας έμεναν στα βουνά τους. Μπήκε ο Φλεβάρης
του 1924 και τότε μόνο βρίσκομε τον καπεταν Ευκλείδη Κουρτίδη και τους
άλλους 7 οπλαρχηγούς της Σάντας, κρυμμένους σ’ ένα σπίτι της
Τραπεζούντας, όπου κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν και να κρυφτούν.
Προδόθηκαν όμως, πιάστηκαν απ’ την Αστυνομία και μετά πολλά τους άφησαν
να φύγουν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο πήρε τέλος το έπος της ένοπλης αντίστασης των Ποντίων. Ακολούθησαν πολλές περιπέτειες ακόμα εκείνων που κατέφυγαν στην Ρωσία για να φτάσουν στην Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκαν στα σύνορα παντοτεινοί Ακρίτες του Ελληνισμού. Ο Ευκλείδης Κουρτίδης, πέθανε στα 1937, πέφτοντας μια νύχτα μεθυσμένος από ένα κάρο και τον τραγούδησε η Ποντιακή Μούσα:
Και
– τι τραγική ειρωνεία της μοίρας των Ελλήνων – ο αδελφός του,
οπλαρχηγός επίσης, Κώστας Κουρτίδης και ο γιος του Ευκλείδη, Στάθης,
βρήκαν το θάνατο από Έλληνες, πολεμώντας κατά των «Ελασιτών» στα 1948.
Άλλοι σκοτώθηκαν, πολεμώντας τους Βουλγάρους. Λιγοστοί απ’ τους παλιούς
πολεμιστές του Πόντου ζουν ακόμα στα παραμεθόρια χωριά μας της
Μακεδονίας και της Θράκης, δουλεύοντας την γη που στάθηκε όνειρο και
καημός για τόσες γενιές προγόνων. Κι ανιστορούν σαν παραμύθι το μαρτύριο
και την δόξα εκείνων των καιρών…»
Γη του Πόντου – Δημήτρης Ψαθάς
Το
Ταζλού είναι ένα δυσπρόσιτο βουνό, όπου για να το προσεγγίσεις πρέπει
να περάσεις μέσα από φαράγγια και από απότομα μονοπάτια. Εκεί γράφτηκαν
ηρωικές σελίδες του ποντιακού αντάρτικου με οπλαρχηγούς τούς Καράφιλο,
Μιχαήλ Αγά και Παύλο Τσαουσίδη. Οι τουρκικές δυνάμεις αποδεκατίστηκαν
ενώ ο Καράφιλος σκότωσε τον διοικητή τους Τζεμάλ Τζεβήτ έξω από τη σκηνή
του. Ο καπετάνιος Κοτσαγκιόζ, ντύθηκε με τη στολή του στρατηγού και
παραπλανώντας τούς Τούρκους στρατιώτες τούς οδήγησε σε λανθασμένες
κινήσεις με αποτέλεσμα να υποστούν νέα πανωλεθρία και να αρχίσουν να
παραδίδονται κλαίγοντας ότι δεν είναι Τούρκοι, αλλά Κούρδοι ή Αλεβήτες
τούς οποίους είχαν φέρει με τό ζόρι να πολεμήσουν. Τούς περισσότερους
αιχμαλώτους τούς εκτέλεσαν με μαχαίρια, ενώ ελάχιστους τούς άφησαν
ελεύθερους. Τη νίκη την γιόρτασαν οι αντάρτες στην καλύβα του αρχηγού
τους Κοτζανάστας, σφάζοντας αγελάδες, ενώ οι Τούρκοι δεν ξαναπάτησαν
στην κορυφή του Ταζλού.
Ο
οπλαρχηγός Σάββας Ασλανίδης από το χωριό Κιζολτιρέν της περιφέρειας
Έρπαγας στο τέλος της αφήγησης του για τον αντάρτικο αγώνα, λέγει τα
παρακάτω: «Μένουν
εισέτι εκεί άταφα τα σώματα των φιλτάτων μας. Κράζουν ακόμη προς τους
τραγικούς πατέρας, αδελφούς και συζύγους ζητούντα εκδίκησιν. Ναι,
εκδίκησιν και εκδίκησιν αιωνίαν. Έχουμεν δώσει τον λόγον μας, ωρκίσθημεν
τον φρικτότερον των όρκων να μη δεχθώμεν ποτέ συμφωνίας και σπονδάς
μετά των Τούρκων. Και η ημέρα της ανταποδόσεως δεν θα βραδύνη».
Ούτε κάν το όνομά μου (Not Even My Name)
Η Thea Halo είναι Αμερικανίδα υπήκοος, Ποντιακής καταγωγής από μητέρα -Ασσυριακής καταγωγής από πατέρα και συγγραφέας του βιβλίου “Ούτε κάν τό όνομά μου” (Not even my name), όπου αφηγείται την αλησμόνητη ιστορία της μητέρας της Θυμίας – Σάνο.
Στην
ηλικία των δέκα μόλις ετών, η Σάνο έζησε την πορεία θανάτου και ήταν η
μόνη από την οικογένειά της που επιβίωσε. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, η
συγγραφέας μαζί με την ογδοντάχρονη μητέρα της φτάνουν από την Αμερική
στην Αμάσεια σε μια αναζήτηση του χωριού της Σάνο, Αϊοντόν (Άγιος
Αντώνιος) νοτίως της κωμόπολης Φάτσα, στον Πόντο.
Στο
δεύτερο μέρος του βιβλίου η Θυμία – Σάνο αφηγείται στην κόρη της την
ιστορία της ζωής της. Περιγράφει την ευτυχισμένη παιδική ηλικία της στα
βουνά του Πόντου και τις συνήθειες και τα έθιμα των Ποντίων. Η φοβερή
συνειδητοποίηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά έφτασε στο χωριό Αϊοντόν όταν
άγνωστοι μετανάστες άρχισαν να περιφέρονται στα χωράφια και τα δάση της
περιοχής. Παραμόνευαν από μακριά σαν τις ύαινες, την ώρα πού Τούρκοι
στρατιώτες οδηγούσαν τούς άντρες του χωριού στα Αμελέ Ταμπουρού. Ανάμεσα
στους συλληφθέντες και ο πατέρας της Σάνο, που κατάφερε να δραπετεύσει
και να γυρίσει. Ο παππούς όμως δεν είχε την ίδια τύχη καθώς δεν γύρισε
ποτέ από τα τάγματα εργασίας. Και το μέρος αυτό κλείνει με την εντολή
μέσα σε τρεις μέρες όλες οι οικογένειες να εγκαταλείψουν τη γη τους και
να φύγουν.
Το
τρίτο μέρος περιγράφει τον ξεριζωμό. Η Θυμία – Σάνο περπατούσε ολόκληρα
μερόνυχτα με την οικογένειά της, μέσα από τα αφιλόξενα οροπέδια της
Μικράς Ασίας και κάτω από τα κτυπήματα των μαστιγίων.
«Δεν
θυμάμαι άλλη φορά πού η μητέρα να έδειξε τέτοια απεγνωσμένη επιθυμία
για κάτι. Ξέφυγε από την πορεία για να τρέξει παραπατώντας μέχρι τη
βρύση. Οι υπόλοιποι σταμάτησαν και την παρακολουθούσαν με αγωνία,
έτοιμοι να τρέξουν και αυτοί. Ακριβώς πριν φτάσει στη βρύση ένας έφιππος
Τούρκος στρατιώτης την πλησίασε και άρχισε να ξεστομίζει βρισιές.
Σήκωσε το μαστίγιο του και της έδωσε μία, όπως θα χτυπούσε ένα γαϊδούρι.
Έπεσε στα γόνατα. Ο πατέρας πέταξε ότι κρατούσε και έτρεξε κοντά της.
- Νερό σε παρακαλώ.
Ο
στρατιώτης σήκωσε ξανά το μαστίγιο ξεστομίζοντας και πάλι βρισιές.
Εκείνη την ημέρα πέθανε και η μικρή Μαρία; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μονάχα
το μικρό της κορμάκι πού ήταν δεμένο στην πλάτη της Χριστοδούλας και το
μικρό της κεφάλι να πηγαίνει πέρα δώθε. Το πρόσωπο της Μαρίας είχε γίνει
σταχτί. Τα μάτια της μας κοιτούσαν ορθάνοιχτα σαν της σπασμένης
κούκλας. Η μητέρα σήκωσε το βλέμμα της και ξέσπασε σε λυγμούς. Πήρε την
Μαρία από την πλάτη της Χριστοδούλας και την κράτησε στην αγκαλιά της,
καθώς τα δάκρυα έπεφταν στο άψυχο προσωπάκι….
Πέρασαν
λίγα λεπτά. Ζορίστηκε και ξερόβηξε για να καθαρίσει τη φωνή του.
Στεκόμουν ξυπόλυτη στο σκονισμένο δρόμο και τον κοιτούσα κι εγώ
παρακολουθώντας τα δάκρυα πού είχαν αρχίσει να πλημμυρίζουν τα μάτια
του.
- Η μητέρα σου άγγιξε το χέρι του Θεού, χθες το βράδυ.
Το
μυαλό μου και το σώμα μου είχαν μουδιάσει. Ούτε ένα δάκρυ δεν κύλησε
από τα μάτια μου. Μόνο το άγριο καρδιοχτύπι πού βρόνταγε στο στήθος μου
καταλάβαινα ότι ζούσα ακόμα.
-
Για σένα μίλησε τελευταία. Είπε ότι καλύτερα πού δεν ήταν η Θυμία εδώ.
Με αγαπάει πάρα πολύ και θα έπεφτε να πεθάνει και αυτή μαζί μου.»
Στο
τέλος της πορείας του θανάτου η μικρή Θυμία είχε χάσει όλη της την
οικογένεια. Στα 15 της παντρεύτηκε τον Ασσύριο Αβραάμ Χάλο και έτσι
βρέθηκε στην Αμερική. Στο τέταρτο μέρος περιγράφει τη ζωή της με την
οικογένεια της, στη νέα πατρίδα. Τα παιδιά άργησαν να μάθουν τί σημαίνει
Πόντιος και τί Ασσύριος. Στο σχολείο οι δάσκαλοι τούς απαντούσαν ότι
δεν υπάρχουν τέτοιες χώρες. Στο τελευταίο μέρος ξαναγυρίζουμε
στο παρόν, στην πορεία της συγγραφέως Thea Halo και της μητέρας της
προς το Αϊοντόν, εβδομήντα χρόνια μετά όπου τελικά βρίσκουν το σπίτι της
μητέρας της.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Μεγάλη Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια 1971
The Blight of Asia – GEORGE HORTON 1926
Μαύρη Βίβλος (1914-1918) – Οικουμενικό Πατριαρχείο
1922 Μαύρη Βίβλος – Γιάννης Καψής 1992
Χαμένες Πατρίδες – Γιάννης Καψής 1992
Τοπάλ Οσμάν – Λαμψίδης Γεώργιος, 1969
Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας – Χρήστος Αγγελομάτης
Η Ελλάς εν Μικρά Ασία – Ξενοφών Στρατηγός 1925
Ιστορία του Ελληνικού Εθνους – Παπαρρηγόπουλου, Καρολίδη
Tό Αντάρτικο του Πόντου – Δημοσθένης Κελεκίδης
Η γενοκτονία των Ελλήνων – Χάρης Τσιρκινίδης
Ο ηρωϊκός Πόντος – Ευστάθιος Πελαγίδης
Γή του Πόντου – Δημήτρης Ψαθάς
Subscribe to:
Posts (Atom)




