ΕΜΕΙΣ ΑΔΑ ΚΙ IΝΟΥΜΕΣ,
Σ’ ΕΜΕΤΕΡΑ ΘΑ ΠΑΜΕ...

Tuesday, October 5, 2010

ΤΡΑΓΙΚΟ ΛΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ Η ΜΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟΥ (20-30 χιλ. αντάρτες)

Γράφει ο: Παναγιώτης Ι. Παπαδόπουλος
Φιλόλογος - Καθηγητής


Προσπαθούμε, ύστερα από 86 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, να βρούμε μέσα από διάφορα έγγραφα και αξιόπιστες πηγές τα λάθη και τις παραλήψεις που έγιναν από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδος την εποχή εκείνη, όχι για να καταλογίσουμε ευθύνες και να ανακαλύψουμε ενόχους. Στεκόμαστε με δέος και τον ανάλογο σεβασμό στη μνήμη όλων των πρωταγωνιστών, πολιτικών και στρατιωτικών, που έλαβαν μέρος στις αποφάσεις που οδήγησαν τον μικρασιατικό ελληνισμό στην αποτυχία. Η ιστορία, όμως, πρέπει να διδάσκεται πλήρης και ολοκληρωμένη στον ελληνικό λαό και αυτό δεν έγινε, ως προς την εκστρατεία του ελληνικού στρατού στη Μ.Α. στα σχολεία.

Δεν έμαθε ο ελληνικός λαός γιατί οδηγηθήκαμε στην ήττα που είχε ως συνέπεια την εξόντωση ενός εκατομμυρίου και πλέον ελληνικού πληθυσμού και άλλου τόσου που εγκατέλειψε τις πατρογονικές του εστίες στην Ιωνία και το μαρτυρικό Πόντο. Εμείς οι Πόντιοι, δεύτερης και τρίτης γενιάς, από προφορικές μαρτυρίες αλλά και από αυθεντικές πηγές κειμένων που γράφτηκαν την εποχή εκείνη, τη δράση και τη δύναμη που είχε το αντάρτικο στον Πόντο, αναρωτιόμαστε: Γιατί δεν αξιοποιηθήκαμε, όπως, έπρεπε, ώστε να αποτελέσει το στρατό εκείνο που θα ονομαζόταν από έναν στρατιωτικό, δύναμη αντιπερισπασμού από τα μετόπισθεν του εχθρού.



Τα ανταρτικά σώματα που δημιουργήθηκαν στα βουνά την περίοδο 1915-1922, στην αρχή ξεκίνησαν σαν μια λύση αυτοάμυνας από τις συνεχιζόμενες αυθαιρεσίες των τουρκικών αρχών σε βάρος των χριστιανών Ελλήνων. Η αποτυχίες των Νεοτούρκων στους Βαλκανικούς πολέμους ενοχοποίησε τους Έλληνες της Μ.Α. και τον Πόντο γι’ αυτό έπρεπε να πληρώσουν. Αργότερα, όμως, ως κύριο σκοπό τους τα ανταρκτικά σώματα είχαν την δημιουργία μιας ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου.


(1) Όταν το 1909, ο μακεδονομάχος μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης έγινε Μητροπολίτης Αμασειας του Πόντου, οι χριστιανοί Έλληνες βρήκαν στο πρόσωπό του τον προστάτη τους. Όταν ως μητροπολίτης διαμαρτυρήθηκε στους πασάδες, τον έκλεισαν φυλακή. Επανήλθε το 1918 στο θρόνο του. Είναι ο άνθρωπος που οργάνωσε το ανταρτικό στον Πόντο και κατά τους υπολογισμούς του, την εποχή του, έφτανε τις 20.000 αντάρτες. Κάποιοι άλλοι υπολόγισαν ως 30.000 περίπου. Είναι γεγονός ότι το ποντιακό ζήτημα αντιμετωπίστηκε από την αρχή ως ζήτημα των Ποντίων και όχι ως μέρος του ευρύτερου εθνικού προβλήματος. Στην αρχή ο Βενιζέλος σε απόρρητη απόφασή του χαρακτήριζε τη δημιουργία «ποντιακών στρατιωτικών τμημάτων» ως πρόπλασμα ενός μελλοντικού ποντιακού στρατού. Η απόφαση αυτή καταλήγει: «Εννοείται ότι δεν θα διστάσωμεν και χρηματικώς και κατά πάντα δυνατόν τρόπον να επικουρήσουμε (βοηθώντας) οργάνωσιν στρατού Ποντίων αλλά δέον και ούτοι να επιτηρήσωσιν εαυτούς αφ’ ων και δύνανται να θέλουσιν, ούτω δε και ο αγών των θα έχει μεγαλυτέραν δύναμιν». Λίγο αργότερα στη Διάσκεψη Ειρήνης που πραγματοποιήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο ίδιος, ως πρωθυπουργός της Ελλάδος πρότεινε την ενσωμάτωση του Πόντου στην δημοκρατία της Αρμενίας, ενώ την ίδια στιγμή ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος με ξεχωριστό υπόμνημα που υπέβαλε στη Διάσκεψη Ειρήνης ζητούσε τη δημιουργία ελληνικού κράτους στην περιοχή του Πόντου. Στο υπόμνημά του ο δραστήριος ιεράρχης ανέπτυσσε την επιχειρηματολογία του η οποία στηριζόταν στο εξής γεγονός: μετά την παλιννόστηση των προσφύγων από τον Καύκασο και τη Ρωσία ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου εξισώθηκε με τον Μουσουλμανικό. Γινόταν μάλιστα και η παρατήρηση ότι πολλοί από τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους είναι ελληνικής καταγωγής. Επομένως, ήταν δίκαιο ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου να αποτελέσει αυτόνομο ελληνικό κράτος. Η απάντηση ήρθε από το Βενιζέλο. Σε αντίθεση από τους στόχους του Ποντιακού Κινήματος ο Βενιζέλος δήλωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1919 στον Αμερικανό πρόεδρο Ουΐλσον ότι: παρόλο που οι Έλληνες Πόντιοι επιθυμούσαν την ανεξαρτησία, ο ίδιος αντιτάχθηκε απόλυτα. Σε συνέντευξή του που παραχώρησε σε αμερικανική εφημερίδα δήλωσε ότι «δέχεται να συμπεριληφθεί ο Πόντος στο αρμενικό κράτος». Επόμενο ήταν να δυσαρεστηθούν οι ανά τον κόσμον Πόντιοι και να καταγγείλουν και να διαμαρτυρηθούν για την εγκατάλειψη των αγώνων των. Οι Πόντιοι αντάρτες ζήτησαν επίσημα την ενίσχυση της Ελλάδος. Δυστυχώς οι παρακλήσεις για στρατιωτική βοήθεια έμειναν χωρίς απάντηση.


(2) Ο Ε. Βενιζέλος, πιθανώς επηρεάστηκε από την αναφορά που του έκανε ο Δ. Καθενιώτης, αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Ο τότε συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού στάλθηκε στον Πόντο, ως ειδικός σύμβουλος του πρωθυπουργού, να αναλάβει την στρατιωτική οργάνωση των Ποντίων και να του υποβάλει μετά την επιστροφή του την αναφορά του. Ο Δ. Καθενιώτης κατά τη μετάβασή του στον Πόντο είχε μαζί του στην αποστολή εκείνη και τους ποντιακής καταγωγής αξιωματικούς Καραπαναγιωτίδη και Ανδρεάδη. Όταν έφτασε εκεί ο Καθενιώτης γρήγορα κατάλαβε ότι η στρατιωτική οργάνωση των Ποντίων θα προκαλούσε στους Τούρκους του φόβο από τυχόν συγκρούσεις μαζί τους. Τον Οκτώβριο του 1919 επέστρεψε στην Αθήνα. Αφού έκανε διάφορες επαφές με τον Βρετανό πρέσβη για δημιουργία ελληνικού στρατού στο κατεχόμενο από Βρετανούς Βατούμ, η σκέψη του απορρίφθηκε ως πρόταση, οργάνωσε όμως τους Πόντιους στην Ελλάδα. Ήθελε να τους στείλει στον Καύκασο ως ενίσχυση. Και αυτή η πρόταση απορρίφθηκε.


(3) Στην έκθεση που υπέβαλε στην Αθήνα, την 9η Ιανουαρίου 1920, έγραφε τις σκέψεις του και την ανάγκη οργάνωσης των Ποντίων. Σημασία μεγάλη έχει το γεγονός ότι την από 61 σελίδες αναφορά του δεν την έστειλε μόνο στον πρωθυπουργό, τα υπουργεία εξωτερικών και στρατιωτικών αλλά και στον Αρχηγό Στρατού της εκστρατείας στη Μ.Α. Ως αξιωματικός πίστευε ότι ο Αρχηγός στρατού θα λάβαινε υπ’ όψη του την αναφορά από στρατηγικής σημασίας. Κανένας δεν έδωσε σημασία στα λεγόμενα-γραφόμενά του.


(4) Αλλά και «ο θερμότατος πατριώτης από την Οινόη του Πόντου Χρυσόστομος Καραΐσκος, αξιωματικός του ελληνικού στρατού, παραιτήθηκε από τον ελληνικό στρατό με την αιτιολογία να μεταβεί στον Πόντο και ως φαρμακοποιός να βοηθήσει στον αγώνα των Ποντίων, είχε μαζί του κατά τις περιοδείες του στον Πόντο με σκοπό να συλλέξει διάφορες πληροφορίες και τον Πόντιο οπλαρχηγό Στέλιο Κοσμίδη. Αμέσως έστειλε έκθεση στον πρόεδρο της επιτροπής των Ποντίων Χρ. Καλαντίδη για να ενεργήσει ανάλογα. Αλλά η ανδρεία και η αυτοθυσία των Ποντίων υπερασπιστών υπέρ βωμών και εστιών συνετρίβετο προς της καταθλιπτικής και αγνώμονος στάσεως της ευρωπαϊκής διπλωματίας, η οποία ενώ παρενέβαλε μύρια προσκόμματα εις την υποστήριξη του ποντιακού αγώνος παρά της μητρός Ελλάδος, προστάτευε εξ ετέρου και ενίσχυε ηθικώς και υλικώς τους δολοφόνους των χριστιανών».


(5) Με αφορμή τη Βρετανική άρνηση ο Βενιζέλος έσπευσε να δηλώσει: «Θεωρώ όλως απίθανον ότι θα ληφθεί περί τούτων (των Ποντίων) ειδική πρόνοια, πλην των γενικών εγγυήσεων, ως ζητούν να επιτύχουν υπέρ των ξένων εθνοτήτων, όσαι θα παραμείνωσι υπό τουρκικήν κυριαραχίαν».


(6) Ο Πόντιος αξιωματικός Χρυσ. Καραΐσκος όταν επιχείρησε να πάει για δεύτερη φορά προς ενίσχυση του αγώνα των ανταρτικών ομάδων, γράφει στην αναφορά του: «Παρ’ όλη την αποτυχία των ενεργειών μου (στην Αθήνα) επιχείρησα να ξαναπάω στον Πόντο. Εμποδίστηκα όμως από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή Κων/λης και περίμενα να φύγω με άλλον τρόπο. Εννοείται ότι δεν το κατόρθωσα». Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα. Γιατί δεν αξιοποιήθηκε η αξιόμαχη δύναμη των ανταρτικών σωματείων του Πόντου. Αν λάβουμε υπ’ όψη μας την εκτίμηση του Γερ. Καραβαγγέλη ότι ήταν ο αριθμός 20 χιλιάδες αντάρτες μόνο, και την 20η Αυγούστου 1922, ο στρατηγός Τρικούπης όταν εμάχετο πλησίον του Ούσακ, εδέχετο ξαφνικά μια βοήθεια από 2 μεραρχίες μπαρουτοκαπνισμένων Ποντίων στα μετόπισθεν του εχθρού, δεν θα αναγκαζόταν να παραδώσει ολόκληρο το Β’ Σ.Σ. Η δύναμις του ανήρχετο σε δύο στρατηγούς (Τρικούπη, Διγενή) διοικητάς των Α’ και Β’ Σωμ. Στρατού, το Διοικητή της 13η Μεραρχίας, 190 αξιωματικούς και 4.400 οπλίτες με 6 ορειβατικά πυροβόλα.


(7) Ο αδελφός του αρχηγού των Σαναίων Ευκλείδη Κουρτίδη, Κωνσταντίνος, γράφει στο ημερολόγιό του «όταν τους είπαμε ότι είμεθα οι αντάρται της Σάντας, μας εκοίταζαν περίεργα. Μας πήραν από εκεί και ξεκινήσαμε δια το σαράι. Επειδή το είχε μάθε ο κόσμος, επλημμύρισε από παντού τους δρόμους… Ένας καλοενδεδυμένος Χότζας με έναν άλλον κύριο και ιδόντες τόσον πλήθος… ερώτησε έναν αξιωματικόν τι συμβαίνει και ο αξιωματικός απάντησε ότι είναι Σανταίοι αντάρται. Ο χότζας έπτυσε κατά γης και είπε: «Να ντρέπεται αυτό το δικό μας το έθνος και η κυβέρνησις. Από αυτούς εφοβούντο και τόσα χρόνια ετρόμαζαν. Μα αυτοί δεν μοιάζουν καν άνθρωποι». Γελών ο αξιωματικός είπε: «Τι να σου πω χότζα εφέντη, αφού δεν ξέρεις κάτω από τα παλιά αυτά ρούχα τι κρύπτεται». Ας βγάλει ο αναγνώστης τα συμπεράσματά του.


infognomonpolitics