ΕΜΕΙΣ ΑΔΑ ΚΙ IΝΟΥΜΕΣ,
Σ’ ΕΜΕΤΕΡΑ ΘΑ ΠΑΜΕ...

Friday, October 7, 2016

Η Οττάβα αναγνώρισε τη Γενοκτονία και προς απογοήτευση των αρνητών, υπάρχει και συνέχεια!

img_5066

Θ. Μαλκίδης

Η Οττάβα αναγνώρισε τη Γενοκτονία και προς απογοήτευση των αρνητών, υπάρχει και συνέχεια!
Η είδηση από τον Καναδά και ειδικότερα από την πρωτεύουσα της χώρας την Οττάβα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας και της θέσπισης της 19ης Μαΐου ως ημέρα μνήμης, αποτελεί άλλη μία νίκη στην μεγάλη, δύσκολη και αγωνιώδη προσπάθεια για τη δικαίωση των προγόνων μας.
Η αναγνώριση αυτή έρχεται μετά από την ανάλογη πράξη από την πόλη του Τορόντο και βεβαίως θα ακολουθήσουν και άλλες πόλεις του Καναδά, αλλά και ομοσπονδιακά θεσμικά όργανα!
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας από την Καναδική πρωτεύουσα, δια της υπογραφής και του σχετικού ψηφίσματος του Δημάρχου Τζιμ Γουότσον, έχει από πίσω του μία πολύχρονη και ανιδιοτελή προσπάθεια, συνεχή αγώνα και σοβαρό έργο από Έλληνες και Φιλέλληνες, στην Ελλάδα και το εξωτερικό και ειδικότερα στον Καναδά.
Το Ελληνοκαναδικό Κογκρέσο που κράτησε και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση και βεβαίως και οι Ποντιακοί σύλλογοι, γνωρίζουν ότι δικαιοσύνη και η αλήθεια θριαμβεύουν. Όσα χρόνια και εάν περάσουν, παρά την προπαγάνδα και το ψεύδος, τα εμπόδια και τις δοκιμασίες, το φως νικά το σκοτάδι, η αλήθεια τη λήθη και το ψεύδος.
Η αναγνώριση αυτή και οι άλλες που έρχονται, δείχνουν ότι η Τουρκία μπορεί να ξοδεύει εκατομμύρια για να παραχαραχτεί και για να αλλοιωθεί η ιστορία, για να εξαφανιστεί ο φασισμός και το μαζικό έγκλημα, η πραγματικότητα όμως είναι τόσο ισχυρή που δεν μπορεί κρυφτεί. Από την άλλη πλευρά παρά τα εμπόδια από το “κράτος” της Ελλάδας που αδιαφορεί για το ζήτημα της Γενοκτονίας, η νικηφόρα προσπάθεια συνεχίζεται και (θα) έχει σημαντικά αποτελέσματα.
Οι Έλληνες και οι Φιλέλληνες που αγωνίζονται και στον Καναδά, που προσπαθούν χωρίς καμία βοήθεια για την αναγνώριση της Γενοκτονίας, γνωρίζουν ότι έχουν μαζί τους το ισχυρότερο μέσο. Τις ψυχές των προγόνων μας. Για αυτό και θα νικήσουν, γι΄αυτό και θα νικήσουμε!
Δείτε την Διακήρυξη του Δημάρχου της Οττάβας

GREEK PONTIAN GENOCIDE REMEMBRANCE DAY
May 19th, 2016
WHEREAS, on this day, Hellenic communities across Canada recognize the 102nd anniversary of the Greek Pontian Genocide of 1914; and
WHEREAS, in 1914, the Ottoman government issued a decree to annihilate the Greek population from their ancestral and historic homeland of Pontus, home to the Greek Pontians since the time of Homer around 800 BCE; and
WHEREAS, over 350,000 Greek Pontians were exterminated and thousands were forcefully removed from their homes; and
WHEREAS, by recognizing this tragic time in European history, we are provided with an opportunity to understand and appreciate the values that we, as Canadians, deeply treasure – peace, freedom and democracy;
THEREFORE, I, Jim Watson, Mayor of the City of Ottawa, do hereby proclaim May 19th, 2016 Greek Pontian Genocide Remembrance Day in Ottawa.


Thursday, May 19, 2016

Μήνυμα Παυλόπουλου για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου Ημέρα μνήμης -

Φωτογραφία του χρήστη Χάρρυ Κλυνν.

 «Ενα ακόμη έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας» "Τιμούμε την ιερή μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, την οποίαν αναγνώρισε –και τούτο οφείλουμε να το σεβόμαστε πρωτίστως όλοι οι Έλληνες, και για λόγους θεσμικής συνέπειας- η Βουλή των Ελλήνων με το ν. 2193/1994», αναφέρει ο Προκόπης Παυλόπουλος, σε μήνυμά του για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σημειώνει ότι η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου συνιστά, δίχως ιστορική αμφιβολία, ένα ακόμη έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας, το οποίο ουδείς δημοκρατικός λαός μπορεί ν’ αγνοεί ή έστω και να υποβαθμίζει. «Οι δε θύτες της Γενοκτονίας αυτής οφείλουν πάντα, τουλάχιστον, μιαν ειλικρινή αναδρομική συγγνώμη» προσθέτει και υπογραμμίζει: «Μόνον υπό τους ως άνω όρους, και η ιερή μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου ανάμεσα σε άλλα σημαντικά ιστορικά παραδείγματα, θα μας διδάξει επαρκώς, ιδίως υπό τις σημερινές εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις, το πώς θα αποτρέψουμε, στο διηνεκές, εγκλήματα που θίγουν τον πυρήνα της αξίας του Ανθρώπου και θέτουν έτσι σε κίνδυνο την ίδια την πορεία της Ανθρωπότητας».

ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΑΛΕΞΗ ΤΣΙΠΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ"



ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΜΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΗ 19η ΜΑΪΟΥ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ:

Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης για τους 353.000 δολοφονημένους και τις χιλιάδες διωγμένους από τις πατρογονικές τους εστίες Έλληνες Πόντιους. Αποτίουμε φόρο τιμής στα θύματα και απαιτούμε από την πολιτική και πνευματική ηγεσία της Τουρκίας την αναγνώριση των διωγμών και των δραματικών συνεπειών τους στον Ποντιακό Ελληνισμό.
Κοιτάμε προς τα εμπρός, προς το μέλλον μαζί με τους συμπολίτες μας που αποτελούν εδώ και δεκαετίες, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, ένα από τα πιο δημιουργικά και προοδευτικά τμήματα του λαού μας.
Ακριβώς επειδή πιστεύουμε στην ειρήνη και τη φιλία των λαών, και βέβαια στην καλή γειτονία, θεωρούμε ότι η ιστορική αποκατάσταση των γεγονότων και ο καταλογισμός των ευθυνών σε όσους προκάλεσαν, σχεδίασαν, ανέχτηκαν, και εκτέλεσαν αυτές τις δολοφονίες και τους διωγμούςαποτελεί ιστορική δικαίωση και παρακαταθήκη για το μέλλον, μία πράξη που δεν χωρίζει αλλά ενώνει. Αποτελεί πράξη που αναδεικνύει την ιστορική μνήμη και δεν την κατακερματίζει μέσα σε πολιτικές και εθνικιστικές συγκυρίες και σκοπιμότητες.
Θέλουμε να χαιρετίσουμε όλους τους νεοπρόσφυγες πόντιους από την πρώην Σοβιετική Ένωση που ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ένταξή τους στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα πληρώνοντας στην ουσία τη στενή μικροκομματική αντίληψη και τις πελατειακές σχέσεις που καλλιεργήθηκαν από τις μέχρι τώρα κυβερνήσεις.
Η σημερινή επέτειος της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου γράφτηκε στην ιστορία,
αλλά πολύ φοβούμαι πως αν επιτρέψουμε τη συνέχεια της δικομματικής ακολουθούμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής και όσων τη στηρίζουν, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα γράψουν για την «ιδιότυπη γενοκτονία» των σημερινών και των επόμενων γενεών της χώρας μας. Θα το επιτρέψουμε να συμβεί ή θα ενωθούμε ακόμη περισσότερο και θα ανατρέψουμε αυτό το ενδεχόμενο το οποίο είναι εφικτό και το απέδειξε η ελληνική κοινωνία πριν δύο εβδομάδες και πιστεύω πως θα το ενισχύσει σε ένα
μήνα από τώρα.»

Sunday, March 13, 2016

Η Αποκριά στον Πόντο...

Η Αποκριά στον Πόντο...

  Αποκριά στον Πόντο

Η Αποκριά λεγόταν εμπονέστα (προέρχεται από την λέξη απονήστια). Τα φαγητά που περίσσευαν από την προηγούμενη ημέρα της αποκριάς τα έδιναν σε φτωχές τουρκάλες που τριγυρνούσαν στις ελληνικές γειτονιές για τον σκοπό αυτό. Χαρακτηριστική είναι η ερώτηση που απηύθυναν οι τουρκάλες μόλις αντίκριζαν μια ελληνίδα νοικοκυρά: Κόγκσου, αρτούχ - μαρτούχ γιόκμου; Δηλαδή: Γειτόνισσα, περισσεύματα - ξεπερισσεύματα δεν έχει;

Και οι ελληνίδες σχολίαζαν μεταξύ τους: Οσήμερον οι τουρξάδες α έχ’νε μπαϊράμ. Δηλαδή: Σήμερα οι τουρκάλες θα έχουν Πάσχα. Δικαίωμα να φάνε από τα περισσεύματα είχαν μόνο όσοι ξενυχτούσαν διασκεδάζοντας χωρίς να κοιμηθούν καθόλου. Αν κάποιος κοιμόταν έχανε το δικαίωμα.

Πριν κοιμηθούν το βράδυ της αποκριάς σφράγιζαν το στόμα τους για την περίοδο της νηστείας τρώγοντας ένα αυγό και λέγοντας: Με τ’ ωβόν εβούλωσά το, με τ’ ωβόν θ’ ανοίγ’ ατο. Δηλαδή με το τέλος της νηστείας, μετά την ανάσταση το πρώτο μη νηστίσιμο που θα φάει θα είναι το κόκκινο αυγό. Οι Πόντιοι ήταν πολύ αυστηροί με την νηστεία. Ακόμη και η μύτη αν άνοιγε ενός παιδιού, του έλεγαν να φτύσει το αίμα και να μην το καταπιεί για να μην καταλύσει τη νηστεία.

Η Αποκριά στον Πόντο...

Οι γυναίκες στον Πόντο κατασκεύαζαν την δική τους Σαρακοστή, τον επονομαζόμενο κουκαρά που είχε διπλή χρησιμότητα: ήταν ένα αυτοσχέδιο ημερολόγιο αλλά και ένας πρώτης τάξεως μπαμπούλας. Ο κουκαράς αποτελούνταν από ένα μεγάλο κρεμμύδι πάνω στο οποίο κάρφωναν σε ημικύκλιο εφτά φτερά από κότα ή κόκορα όσες οι εβδομάδες της νηστείας. Έξι φτερά ήταν σκούρα και το έβδομο λευκό και συμβόλιζε την Μεγάλη εβδομάδα. Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας Χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τα παιδιά τον κρεμούσαν από το ταβάνι. Το κρέμασμα γινόταν την Καθαρά Δευτέρα πολύ νωρίς. Έτσι όταν ξυπνούσαν τα παιδιά αντίκριζαν τον κουκαρά να κρέμεται από το ταβάνι και να κουνιέται. Αν δεν συμμορφώνονταν με το κράτημα της νηστείας τα φοβέριζαν ότι θα τα φάει ο κουκαράς. Με τρόπο φυσούσαν τον κουκαρά που καθώς κουνιόταν και περιστρέφονταν προκαλούσε τον φόβο. Κάθε εβδομάδα που περνούσε αφαιρούσαν και ένα φτερό μέχρι να τελειώσουν όλα με το τελείωμα της νηστείας.

Sunday, November 8, 2015

ΑΡΝΗΤΗ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΝΙΚΟ ΦΙΛΗ, ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ!


Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες των ανθρώπων που επέζησαν της γενοκτονίας. Ενας από αυτούς είναι  και ο Σάββας Κανταρτζής, ο οποίος  εξέδωσε τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη.Μια από τις συγκλονιστικές  αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή  του χωριού Μπεϊαλάν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν.
Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες  ελληνικά  χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες.
Ο λόγος, λοιπόν, σε έναν πονεμένο Πόντιο. Γιατί η τραγωδία του χωριού του, του Μπεϊαλάν, θα μπορούσε να είναι η τραγωδία χιλιάδων ελληνικών χωριών, χιλιάδων Ελλήνων, στον Πόντο του 1916, την Ιωνία του 1922, την Πόλη του 1955 ή κάποιου χωριού της Κυρήνειας το 1974…
«Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση ότι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία. Αλλιώς απειλούσαν ότι θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν. Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ΄ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν από τσέτες που παραμόνευαν πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλομες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, έτρεμαν με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες, άλλες με τους γέρους γονείς κι άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, στοιβάχτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο σαν πρόβατα για τη σφαγή σε δυο σπίτια, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές, θρήνους και κοπετούς.
Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς «ήρωες» του νεοτουρκικού εγκλήματος της γενοκτονίας…
Και όταν ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα και οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μιαν άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της επιχείρησης των θλιβερών συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν.
Δε χρειάστηκαν παρά μιαν αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέτουρα (χαρτώματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα και απ΄ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό.
Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται…
Οι μητέρες, ξετρελαμένες, έσφιγγαν -αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους- στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα!».
Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους και άρχισαν να γλείφουν το κορμί οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλες, πάνω στον πόνο, τη φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στη φωτιά.
Οι τσέτες, που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους: Τις πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα.
Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ώσπου μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ώσπου  μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα.
Κι’ ακούγονταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν».
Tο ανατριχιαστικό χρονικό  που διαβάσατε αφιερώνεταιστα «υπέρλαμπρα άστρα της  Θεωρίας του ιστορικού ενταφιασμού» Παναγιωτόπουλο, Λιάκο, Λούκο, Νικολακόπουλο, Πεσματζόγλου, Ρεπούση, Κουλούρη, Δήμου, Μανδραβέλη, ΣΤΟΝ ΕΞΟΧΟΤΑΤΟ ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ (ΤΡΟΜΑΡΑ ΤΟΥ) ΝΙΚΟ ΦΙΛΗ  και στα κραυγάζοντα δημοσιογραφικά απομεινάρια των νεοταξικών «εκσυγχρονιστικών φυλλάδων»…
Κάποτε πρέπει επί τέλους να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Απευθύνομαι λοιπόν, στους εντός και εκτός των τειχών προοδευτικούς  μονοπωλητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων….
Στους εντός και εκτός των τειχών προοδευτικούς υμνητές του σφαγέα «απελευθερωτή» Κεμάλ…
Στους εντός και εκτός των τειχών προοδευτικούς πληρωμένους κοντυλοφόρους…
Στους  εντός και εκτός των τειχών προοδευτικούς «εξολοθρευτές» των 2.700 χρόνων της ένδοξης ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού…
…Συνεχίστε επιδεικτικά να αγνοείτε και να μάχεστε την γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού...
Συνεχίστε να σπαταλιέστε σε μια μίζερη και αδιέξοδη Ελλαδοκεντρική αυτόλαγνεία…
Συνεχίστε να αρνείστε τη δημιουργία Ποντιακών σχολείων εκεί όπου υπάρχουν ικανοί Ποντιακοί πληθυσμοί…
Συνεχίστε να κρατάτε τα μάτια κλειστά μπροστά στο δράμα που ζουν οι 5.000.000 κρυπτοχριστιανοί της νεοκεμαλικής Τουρκίας οι περισσότεροι από τους όποιους είναι «Ποντιακής καταγωγής»…
Συνεχίστε να προβάλλεται ως «φωτεινή» τη «σκοτεινή πλευρά του μυαλού σας»
Καταπίνουν  την Ποντιακή κάμηλο οι αρνητές της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.  Η ιστορική του γνώση φτάνει μέχρι τις λεηλασίες και τους βιασμούς που συνόδευσαν την απόβαση του Ελληνικού στρατό στη Σμύρνη και τη «συστηματική καταστροφή των τουρκικών χωριών της ενδοχώρας»
Δεν έχουν ούτε τη γνώση, αλλά ούτε και τη δύναμη να προχωρήσουν μέχρι την 19η Μαΐου 1919, ημέρα πού ο Κεμάλ, αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα, οπότε και άρχισε η συστηματική επιχείρηση της εξοντώσεως ενός ολόκληρου λαού.
Δε γνωρίζουν  ή καμώνονται πως δε γνωρίζουν τους τρόπους, τις μεθόδους και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι, για να εξοντώσουν τον Ποντιακό Ελληνισμό…
Δεν έχουν  ιδέαν για την επιστράτευση και εξόντωση νέων, τα τάγματα εργασίας - τάγματα θανάτου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, τη συνεχή εργασία και αγγαρείες κάτω από άθλιες συνθήκες, τις επιδρομές των ατάκτων και τις σφαγές των αμάχων στα ελληνικά χωριά…
Δε θέλουν να ξέρουν οι Ατατουρκλάγνοι ότι τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Έλληνες του Πόντου αριθμούσαν 800.000 άτομα και από αυτά μέχρι το 1923 είχαν εξοντωθεί με ειδεχθείς τρόπους 353.000.
Η γενοκτονία των Ποντίων ( 1916–1923 ) με 353.000 νεκρούς που αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας, είναι άγνωστη σε μια, ευτυχώς μικρή, αλλά υπαρκτή, ομάδα Ποντιομάχων.
Κατά την «προοδευτική»  ιστορική λογική του αρνητή της Ποντιακής γενοκτονίας Νίκου Φίλη η Γενοκτονία είναι υπαρκτή μονάχα στα μυαλά ημών των ηλιθίων και φανατικών προσφύγων…
Η μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, του Ποντιακού Ελληνισμού συγκεκριμένα, υπάρχει μόνο στα μυαλά τα δικά μας!!!
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η γενοκτονία των Ποντίων η οποία έχει τις ίδιες ηθικές αναλογίες με αυτές των Εβραίων και των Αρμενίων, αποτελεί, δυστυχώς, τη λιγότερο μνημονευόμενη και περισσότερο λησμονημένη από τους εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς.
Τον επίλογο της τραγικής ποντιακής γενοκτονίας αποτελεί ο βίαιος ξεριζωμός των επιζώντων μετά τη νίκη της Τουρκίας. Με τη συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών έρχονται στην Ελλάδα και τα τελευταία ζωντανά υπολείμματα. Οι ξεριζωθέντες εγκαταλείπουν την πατρώα γη και όλα τα υπάρχοντά τους. Παίρνουν μαζί τους ιερά κειμήλια και λίγο χώμα από τη γη του Πόντου. Αφήνουν πίσω τη Μαύρη Θάλασσα και μπαίνουν στην Άσπρη Θάλασσα. Φτάνουν στην Ελλάδα περιμένοντας επί 85 ολόκληρα χρόνια την ιστορική δικαίωση που δεν ήρθε ποτέ.
Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.
Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μειονοτήτων της άλλοτε κραταιής Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.
Οι Τούρκοι αρνούνται… Και έχουν λόγους να αρνούνται… Οι έλληνες, όμως Ποντιομάχοι γιατί;
Οι Πόντιοι, όμως δεν ξεχνούν και επιλέγοντας την 19η Μαϊου ως ημέρα μνήμης, ημέρα που στην Τουρκία αποτελεί εθνική γιορτή της τουρκικής νεολαίας, αποκαλύπτουν το πραγματικό εγκληματικό πρόσωπο του Μουσταφά Κεμάλ πασά.
Ο Ελληνισμός τιμά τη μέρα αυτή τη μνήμη της μεγάλης θυσίας – το κουράγιο των τρομαγμένων, κατατρεγμένων, καταταλαιπωρημένων θυμάτων, που μπόρεσαν να κλείσουν στις ψυχές τους τις αλησμόνητες πατρίδες και να τις ξαναστήσουν στα γκέτο των συνοικισμών, όπου τους έκλεισε η προσφυγιά.
Οι πρόγονοί μας άφησαν τη ζωή τους, και πολλοί από αυτούς έμειναν άθαφτοι στον αγώνα τους να μην αλλοιωθεί η πίστη τους, να μη χαθεί η δική τους και με τη σειρά δική μας Ποντιακή μας ταυτότητα.
Η κληρονομιά μας αυτή φαντάζει βαριά κι ασήκωτη, μα αν την κατανοήσουμε θα δούμε πως είναι μια κληρονομιά μοναδική και πολύτιμη. Μια κληρονομιά βαθιάς ευθύνης και υπευθυνότητας απέναντι στις επόμενες γενιές.
Σε μια εποχή, που τα πάντα βρίσκονται υπό αμφισβήτηση, μια εποχή των εύκολων λύσεων, μας δίνεται η ευκαιρία να αγωνιστούμε με το δικό μας μοναδικό τρόπο για τη δικαίωση του Ποντιακού Ελληνισμού  και την ιστορία του.
ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΝΑΠΟΥΜΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ...
Εμείς οι Πόντιοι της Ελλάδος «οι μετέχοντες της ελληνικής παιδείας», με δηλωμένη τη θέλησή μας να καθορίζουμε τις τύχες μας…
Εμείς οι Πόντιοι ως άτομα παραγόμενα από την Iστορία που επιβιώσαμε των γενοκτονιών και των «εθνικών κρατών» και διατηρήσαμε την ιστορικότητα και την Ελληνικότητά μας επί 2.700 χρόνια χωρίς πιστοποιητικά και αστυνομικές ταυτότητες…
Εμάς τους Ποντίους που για 85 ολόκληρα χρόνια το συμφέρον του Εθνικού μας κράτους, που χρόνια τώρα σπαταλιέται σε μια μίζερη και αδιέξοδη ελλαδοκεντρική αυτολαγνεία, συνεχίζει να μας θεωρεί ιστορικά απολιθώματα αρνούμενο πεισματικά να συμπεριλάβει στις σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας την Ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού…
Εμείς οι Πόντιοι που πιστεύουμε ότι «κάθε λαός έχει δικαίωμα να απαιτεί με επιμονή την επίσημη αναγνώριση από τις αρμόδιες αρχές των εγκλημάτων και αδικιών που διαπράχτηκαν σε βάρος του. Αναγνώριση που είναι ένας ουσιαστικός τρόπος πάλης ενάντια στη μάστιγα της γενοκτονίας…»
Εμείς οι Πόντιοι πιστοί στο ψήφισμα των προσφύγων της 21-1-1923 που θεωρεί ότι «...η Ανταλλαγή... πλήττει καίρια την παγκόσμια συνείδηση και την παγκόσμια ηθική...είναι αντίθετη προς τα ιερότερα δικαιώματα του ανθρώπου, της ελευθερίας και ιδιοκτησίας... το σύστημα της Ανταλλαγής αποτελεί νέα και κεκαλυμμένη μορφή αναγκαστικού εκπατρισμού και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κανένα κράτος δεν έχει το δικαίωμα να θέσει σε εφαρμογή παρά τη θέληση των πληθυσμών...»
Εμείς οι Πόντιοι αγωνιστήκαμε και αγωνιζόμαστε για τη διεθνοποίηση της Ποντιακής Γενοκτονίας, την ενσωμάτωση της Ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού στα βιβλία της Ελληνικής Ιστορίας, τη δημιουργία Ποντιακών σχολείων εκεί όπου υπάρχουν ικανοί Ποντιακοί πληθυσμοί, την ίδρυση Πανεπιστημιακής έδρας Ποντιακού Ελληνισμού, τη διατήρηση της Ποντιακής πολιτιστικής κληρονομιάς, των ηθών και των εθίμων μας.
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)

Saturday, May 30, 2015

Οι Έλληνες του Πόντου και η βιοτεχνία της γενοκτονίας


Στέλιος Ελληνιάδης

Όταν πρωτογνώρισα τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη, από τα ιδρυτικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ που είχε φτάσει ψηλά στην κομματική ιεραρχία, η υπόθεση του μικρασιατικού πολιτισμού ήταν εκτός συζήτησης στο δημόσιο χώρο. Μόνο το σμυρνέικο τραγούδι είχε επανέλθει στο προσκήνιο μέσα από την αναβίωση του ρεμπέτικου και τη μεγάλη επιτυχία που είχαν οι νεότερες εκτελέσεις μερικών υπέροχων τραγουδιών από τη Γλυκερία με τη συμβολή του αριστοτέχνη του σαντουριού Αριστείδη Μόσχου. Και η δική μας παρέα, γύρω από το περιοδικό «ντέφι», που πρόβαλε τον πολιτισμό της Ανατολής, είχε κατηγορηθεί για εθνικιστική απόκλιση!

Ο Χαραλαμπίδης τόνιζε ότι οι Έλληνες δεν γνωρίζουν την ιστορία τους, αφού η νεότερη, του μικρασιατικού, θρακικού και ποντιακού, δεν διδασκόταν στα σχολεία. Και σ’ αυτό έβρισκα ενδιαφέρουσα την προσπάθειά του να επαναφέρει στο προσκήνιο τη λησμονημένη ιστορία, σε συνδυασμό με τις απόψεις του για μια εναλλακτική παραγωγική ανασυγκρότηση. Σταδιακά, όμως, όλο αυτό το «σχέδιο» απορροφήθηκε από τη μεγάλη απήχηση που βρήκε η πτυχή της «ποντιακής γενοκτονίας» που γρήγορα αυτονομήθηκε και το θέμα της αναγνώρισής της έγινε ο αποκλειστικός στόχος όλων των εμπλεκομένων που συνεχώς αυξάνονταν.

Στη δεκαετία του 1980, δημιουργήθηκαν δυνατότητες αναθεώρησης της καθεστηκυίας ιστορίας. Ήταν η εποχή που οξύνονταν οι εθνικές αντιθέσεις στα Βαλκάνια και ιδιαιτέρως στη Γιουγκοσλαβία όπου ο θάνατος του Τίτο, το 1980, ακολουθήθηκε από διαλυτικές τάσεις στο πολυεθνικό κράτος, από την ομόσπονδη Κροατία ως την ομόσπονδη Μακεδονία. Η εποχή που, λίγο αργότερα, λόγω της κατάρρευσης και διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, άρχισαν να συρρέουν στην Ελλάδα κατά δεκάδες χιλιάδες οι Έλληνες από τη Γεωργία, το Καζαχστάν και τη νότια Ρωσία.

Την εποχή του μεγάλου συλλαλητηρίου για το όνομα της Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη, το 1992. Ξεκληρισμένοι, με ελάχιστα υπάρχοντα που τα πουλούσαν κομμάτι-κομμάτι στις λαϊκές αγορές, διασκορπίζονταν στη χώρα, φτωχοί και άμαθοι στον καπιταλισμό, μιλώντας μόνο ρώσικα, τούρκικα ή ποντιακά. Στην Ελλάδα δεν θεωρούνταν γνήσιοι Έλληνες, όπως ένιωθαν, αλλά Ρώσοι ή Ρωσοπόντιοι όπως αποκαλούνταν από τους γηγενείς. Σ’ αυτό το «έδαφος», η σπίθα του Χαραλαμπίδη έπιασε και φούντωσε.

Η επίκληση της ρίζας τους, της μικρασιατικής καταγωγής των γονιών και των παππούδων τους, προσφερόταν για την αποκατάσταση της εθνικής τους ταυτότητας στα μάτια των Ελλαδιτών που την λοιδορούσαν. Και η αναμόχλευση των τραγωδιών, των διωγμών και κατατρεγμών, έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα στην προσπάθεια ενσωμάτωσής τους σε πιο ισότιμη βάση. Η «γενοκτονία» προσφερόταν σαν ενοποιητικό στοιχείο ενός κόσμου που είχε χάσει τα πάντα και είχε βρεθεί στο χαμηλό στάτους του ξένου μετανάστη.

Ρουμ και Γκρεκ


Στη Σοβιετική Ένωση, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, αυτόχθονες, μετανάστες και πρόσφυγες, δεν χρειάστηκε ποτέ να αναμοχλεύσουν τη μικρασιατική καταστροφή, γιατί ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η εθνική τους καταγωγή. Αντιθέτως, ήταν τόσο βεβαιωμένη που τους δημιούργησε προβλήματα με το καθεστώς σε κάποιες φάσης της ιστορίας. Στη Σοβιετική Ένωση, όλοι οι Έλληνες, της Μικράς Ασίας, της Κριμαίας, της Μαριούπολης ή της Οδησσού, ήταν «γκρεκ» και έτσι καταγράφονταν στις απογραφές του πληθυσμού.

Όπως ήταν «ρουμ» στην Τουρκία. Μόνο στην Ελλάδα, η ταυτότητά τους αμφισβητήθηκε. Και πάνω σ’ αυτή την αμφισβήτηση, αναπτύχθηκε σαν κοινό τους στοιχείο το ζήτημα της «γενοκτονίας», που γεφύρωνε το χάσμα με τους εντόπιους και τους διαχώριζε από τους ξένους. Είχε αλήθεια, είχε ταυτότητα, είχε μαχητικότητα, είχε προσφυγιά, είχε και συντριβή. Γύρω, όμως, από τη γενοκτονία στήθηκε μεθοδικά ένα ολόκληρο οικοδόμημα που δεν ήταν καθόλου αθώο.

Από τον ερχομό τους στην Ελλάδα, οι Έλληνες του Πόντου, όπως τους αποκαλεί ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος στις 900 σελίδες του ιστορικού του έργου «Η Εκκλησία Τραπεζούντος», έγιναν υποχρεωτικά «Πόντιοι». Από Ρωμιοί και Έλληνες, ρουμ και γκρεκ, όπως οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν επί αιώνες ανάλογα με τη γλώσσα που μιλούσαν, όπως και οι Έλληνες της Πόλης, της Βουλγαρίας, της Ουκρανίας κ.λπ., μετονομάσθηκαν από τους ντόπιους ιθύνοντες σε σκέτο «Πόντιοι».

Έτσι, όχι μόνο αποκόπηκαν από το σώμα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, αλλά και από τους Έλληνες των Βαλκανίων, της ανατολικής Θράκης και της Ελλάδας. Αναγορεύτηκαν σε άλλο σώμα, γύρω από το οποίο χτίστηκε μια ξεχωριστή εθνική αφήγηση που εξυπηρετούσε τη χειραγώγηση αυτού του σημαντικού κομματιού του Ελληνισμού, το οποίο ως νιόφερτο ήταν πιο ευάλωτο.

Ιδρύθηκαν εκατοντάδες νέοι σύλλογοι που, μαζί με τους παλιότερους που είχαν ιδρυθεί μετά τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά και τους αντίστοιχους στο εξωτερικό, δημιούργησαν ένα κίνημα μέσα από το οποίο ξεπήδησαν αμέτρητα χορευτικά και μουσικά συγκροτήματα, κυρίως από νεολαίους, που εμπλούτισαν με πλούσιο και όμορφο υλικό το καλλιτεχνικό τοπίο της χώρας και ανέδειξαν την παρουσία των Ελλήνων του Πόντου. Αλλά όλα αυτά τέθηκαν στην υπηρεσία της «γενοκτονίας».

Το ζήτημα της «γενοκτονίας» έγινε γρήγορα αποδεκτό από παλιούς και νέους, προοδευτικούς και συντηρητικούς, σοσιαλιστές και εθνικιστές, φτωχούς και επιχειρηματίες, εργάτες και πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, απόστρατους στρατιωτικούς και παπάδες. Ένωνε και προσανατόλιζε, ενώ ταυτόχρονα αποσπούσε την προσοχή από τρέχοντα πιεστικά προβλήματα που βασάνιζαν τους ανθρώπους παραμένοντας άλυτα.

Στον κλοιό των μηχανισμών εξουσίας


Είναιχαρακτηριστικό, ότι όλη αυτή η εξέλιξη, από την αρχή μέχρι σήμερα, σε κεντρικό επίπεδο, δεν ελέγχθηκε ούτε καθοδηγήθηκε από τους ίδιους τους μετανάστες και πρόσφυγες, αλλά από τους μηχανισμούς του ελληνικού πολιτικού συστήματος και από παράγοντες διαπλεκόμενους ή μισθοδοτούμενους από το κράτος ή επιχορηγούμενους από το κράτος και από ορισμένους μεγαλοπλούσιους.

Καθώς προχωρούσε η ενσωμάτωση και αποκτούσαν ελληνική ιθαγένεια οι νιόφερτοι, άρα και δικαίωμα ψήφου, εντεινόταν οανταγωνισμός για τον έλεγχο των σωματείων από τα κόμματα εξουσίας, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, με παροχές, κολακείες, αλλά και πιέσεις κάθε είδους. Συν τω χρόνω, σχηματίστηκαν αρκετές ομάδες συμφερόντων που διεκδικούσαν μερίδια της εξουσίας στον ποντιακό χώρο. Ομηρικές δολοπλοκίες και συγκρούσεις έχουν καταγραφεί μέσα στα χρόνια, ερήμην της κοινωνίας.

Ένας πολύ μικρός αριθμός ατόμων, σχεδόν όλοι εντόπιοι, Ελλαδίτες ποντιακής καταγωγής, με κρατικές και κομματικές διασυνδέσεις, ανέλαβαν να καθοδηγούν τις ομοσπονδίες των σωματείων επί δεκαετίες, συνεπικουρούμενοι από τρεις-τέσσερις ιστορικούς που στηρίζουν το στάτους κβο με υλικό, το οποίο ανακυκλώνουν με άπειρες παραλλαγές και διαδίδουν με συστηματικό τρόπο, όχι σαν επιστήμονες, αλλά σαν επαγγελματίες προπαγανδιστές.

Ιστορικοί και δημοσιογράφοι αποκλειστικά της «γενοκτονίας» και, συμπληρωματικά, των «σταλινικών διώξεων», διασυνδεδεμένοι με τις ομάδες εξουσίας, υπάλληλοι κρατικών φορέων, μέλη των συμβουλίων με επικεφαλής κομματικά στελέχη ή ισόβιους μεγαλοπαράγοντες που διαπλέκονται με τις παραθρησκευτικές οργανώσεις και τους εθνικιστές της εκκλησίας (π.χ. τον Άνθιμο), της τοπικής αυτοδιοίκησης (π.χ. τον Ψωμιάδη), του κεφαλαίου (π.χ. τον Μελισσανίδη), του βαθέως κράτους (π.χ. τον Καλεντερίδη) κ.λπ.

Πίσω από τις πιο σημαντικές εφημερίδες και τα σάιτ του χώρου, που επίμονα υπερθεματίζουν και προωθούν σαν το σταθερό κεντρικό τους ζήτημα τη «γενοκτονία» και τις «διώξεις», είναι γνωστοί παράγοντες, βασικά της Δεξιάς, που διαγκωνίζονται για τον έλεγχο του ποντιακού χώρου.

Οι φερόμενοι ως ειδικοί του αντιτουρκισμού, του αντιρωσισμού και του αντικομμουνισμού, δεν επιμορφώνουν, αλλά δημιουργούν εχθρότητα και μίσος. Κι αυτό το μίσος χρησιμοποιήθηκε σαν η κινητήρια δύναμη του οργανωμένου ποντιακού χώρου και σ’ αυτό επένδυσαν όλοι, ακροδεξιοί, δεξιοί, κεντρώοι, ΠΑΣΟΚτσήδες και κάποιοι μεταμεληθέντες αριστεροί. Χτίστηκαν συμμαχίες, πελατείες, επιρροές, εξουσίες, μηχανισμοί… κανείς δεν πήγε κόντρα στο ρεύμα για να μην φανεί λιγότερο πατριώτης, λιγότερο Πόντιος.

Αναπόφευκτα, η «ποντιακή γενοκτονία» και οι «σταλινικές διώξεις», από τις πιο μελανές σελίδες στην ιστορία του νεότερου Ελληνισμού, με την επίκληση του δικαιώματος στη μνήμη, αξιοποιήθηκαν στο έπακρο από ένα πολυδιάστατο και γκρίζο μόρφωμα για τη χειραγώγηση μιας μεγάλης κοινωνικής ομάδας και για την καλλιέργεια ρατσιστικών, εθνικιστικών και αντικομμουνιστικών αντιλήψεων και συμπεριφορών που η διάδοσή τους διαχέεται πέρα από το συγκεκριμένο χώρο.Επίσης, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας πολιτικής γραμμής που αντιστρατεύεται την προσέγγιση Ελλάδας-Ρωσίας, Ελλάδας-Τουρκίας και κατά προέκταση Ελλάδας-βαλκανικών χωρών. Μια γραμμή που κάλλιστα εξυπηρετείσυντηρητικά κόμματα, μυστικές υπηρεσίες, ολιγάρχες του πλούτου, έμπορους όπλων, εθνικιστές και λαοπλάνους, αντάμα.

Πατριωτισμός με το μέτρο


Εννοείται ότι δεν ήταν όλοι οι παράγοντες του οργανωμένου ποντιακού χώρου αντιδραστικοί, αλλά οι πιο ειλικρινείς απ’ αυτούς που γνωρίζω, τελικά περιθωριοποιήθηκαν ή αποσύρθηκαν ηττημένοι και απογοητευμένοι. Ούτε όλοι οι ποντιακοί φορείς έγιναν έρμαιο των μηχανισμών. Οι Αργοναύτες-Κομνηνοί δεν έπαψαν να προβάλλουν σφαιρικά τον πολιτισμό των Ελλήνων του Πόντου, ο Νίκος Ζουρνατζίδης δεν υποχώρησε από τη μελέτη και τη σωστή διδασκαλία των ποντιακών χορών και η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών συνέχισε σεμνά το σημαντικό ερευνητικό της έργο, όπως και άλλοι φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό που παρέμειναν σοβαροί και μη εξαρτημένοι.

Ο ίδιος ο Χαραλαμπίδης, αφού ματαιώθηκε το μεγαλόπνοο σχέδιό του για την ίδρυση της Ρωμανίας, μιας νέας πόλης των Ελλήνων του Πόντου στη Θράκη, και απέτυχε το κόμμα του (Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση) να συγκεντρώσει πάνω από 32 χιλιάδες ψήφους στις βουλευτικές εκλογές του 2000, υπερκεράστηκε από αυτούς που πήραν τη σκυτάλη και ανέλαβαν πιο οργανωμένα την καμπάνια της «γενοκτονίας». Έχοντας, όμως, ακόμα προσωπική επιρροή, συνεχίζει τη δράση του με ομιλίες και βιβλία, όπως «Το Μικρασία ενώνει – το Τουρκία εκβαρβαρίζει», σε επίπεδα κατώτερα από την αρχική του έμπνευση.

Είναι αξιοσημείωτο ότι όλα αυτά τα σωματεία που υπάχθηκαν στον ένα ή τον άλλο μηχανισμό εξουσίας, όλοι αυτοί οι παράγοντες που για μεγάλο χρονικό διάστημα ασκούν πραγματική εξουσία, έκαναν ελάχιστα πράγματα για την αντιμετώπιση των ταλαιπωριών που υπέστησαν οι μετανάστες και πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Εάν είχαν υψώσει υπέρ των δικαιωμάτων των ομογενών την ίδια φωνή που ύψωσαν για τη «γενοκτονία» ή τις «σταλινικές διώξεις», γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν από 100 και 70 χρόνια σε άλλες χώρες, θα είχαν αποτρέψει την ταπείνωση των αλλόγλωσσων συμπατριωτών τους, θα είχαν αποκαλύψει τα φοβερά σκάνδαλα με τα δάνεια και τις κατοικίες που προορίζονταν για τους πρόσφυγες στη Θράκη, θα είχαν εμποδίσει τις συλλήψεις και απελάσεις ομογενών χωρίς χαρτιά, θα είχαν επισπεύσει τις διαδικασίες απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας, θα είχαν πιέσει το κράτος να φροντίσει για την τύχη των περιουσιών που άφησαν πίσω τους στη Γεωργία, θα είχαν ξεσηκωθεί για τη μείωση των αποσπασμένων δασκάλων της ελληνικής γλώσσας στην παρευξείνια ζώνη, θα είχαν συμβάλλει στην αξιοποίηση των ικανοτήτων, της επαγγελματικής κατάρτισης και των γνώσεων που κόμιζαν οι Έλληνες του Πόντου, οι οποίοι από γιατροί κατέληγαν οικοδόμοι και από δάσκαλοι μικροπωλητές.

Και, βέβαια, θα πρωτοστατούσαν στην ανάπτυξη στενότερων σχέσεων συνεργασίας της Ελλάδας με τις χώρες προέλευσης των ομογενών. Αντιθέτως, ο ποντιακός κόσμος έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης και δεν βοηθήθηκε όσο έπρεπε ούτε αξιοποιήθηκε όσο του άξιζε, με ευθύνη των ατόμων και ομάδων που τον έθεσαν υπό τον έλεγχο τους ιδεολογικά και οργανωτικά.

Κανένας τους, όλα αυτά τα χρόνια, δεν νοιάστηκε να κάνει κάτι θετικό για την αναζωογόνηση του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, στην οποία από το απώτερο παρελθόν κατέφευγαν και δραστηριοποιούνταν πάρα πολλοί Έλληνες του Πόντου. Κανένας τους δεν ενδιαφέρθηκε για τους Έλληνες που έμειναν στην Ανατολή, για τους Έλληνες του Καυκάσου, του Κουμπάν, της Σιβηρίας ή της Κριμαίας. Ούτε λέξη ποτέ για τουςΈλληνες που ζουν στην Ανατολική Ρωμυλία, στη Φιλιππούπολη και το Στενήμαχο, στα δυτικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, Έλληνες του Πόντου κι αυτοί, στη Σωζόπολη, τη Μεσήμβρια και την Αγχίαλο, την Κωστάντζα και το Ιάσιο. Για την Ασπασία, τη Δάφνη, την Κλειώ, τον Βασίλη και χιλιάδες άλλους Έλληνες στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία κ.λπ. δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι καμία ουσιαστική βοήθεια δεν δόθηκε στους Μαριουπολίτες Έλληνες του Πόντου, που παρέμειναν στις εστίες τους μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, παρ’ όλο που τους ενέταξαν σε ομοσπονδίες, συμβούλια και οργανισμούς. Και είναι σκανδαλώδης και αξιοκατάκριτη η αδιαφορία τους σήμερα που ο εκεί Ελληνισμός ψυχορραγεί στο κέντρο του πολέμου, στην Ανατολική Ουκρανία, απελπιστικά μόνος. Εάν υπήρχε πραγματική έγνοια για τους Έλληνες του Πόντου, θα είχαν βγει στους δρόμους και στα κανάλια, θα ξεσήκωναν τον κόσμο και θα εξανάγκαζαν τις κυβερνήσεις να δράσουν.

Ό,τι και να συμβαίνει στους Έλληνες του Πόντου, το μόνο σίγουρο που συνεχίζεται αμείωτο είναι η προπαγανδιστική μηχανή για τις διώξεις του παρελθόντος που, αποκομμένη από την πραγματική ζωή, αποκομμένη από τη συνολική ιστορία του Ελληνισμού, συνεχίζει να χύνεται σαν αποχαυνωτικό δηλητήριο στις ψυχές των άδολων νέων της Διασποράς και μερίδας της κοινωνίας που δεν ψάχνει πολύ ό,τι της σερβίρουν οι μηχανισμοί.

Η προβολή της «γενοκτονίας» που αρχικά συνέβαλε στη συσπείρωση του κατακερματισμένου και απαξιωμένου ποντιακού Ελληνισμού, μετεξελίχθηκε επιτήδεια σε εργαλείο ελέγχου και πολιτικο-ιδεολογικού του προσανατολισμού. Είναι τουλάχιστον λυπηρό, οι νέοι που σηκώνουν τα λάβαρα με το δικέφαλο αετό και διαδηλώνουν για τη «γενοκτονία» να μην γνωρίζουν καθόλου ιστορία. Κι αυτό το έχω διαπιστώσει από δεκάδες ομιλίες που έχω κάνει σε σωματεία και εκδηλώσεις. Στα παιδιά διοχετεύονται μόνο οι πληροφορίες και οι μαρτυρίες που γεννούν μίσος για τους άλλους, τους Τούρκους, τους Κούρδους, τους μουσουλμάνους γενικώς ή τους Ρώσους. Ό,τι χρειάζεται, δηλαδή, για να πάνε κατ’ ευθείαν στη Χρυσή Αυγή που ξέρει πολύ καλά να αξιοποιεί αυτόν τον επιλεκτικό «πατριωτισμό».

Αριστερή απουσία


Δυστυχώς, μεγάλες είναι οι ευθύνες της Αριστεράς που άφησε το ποντιακό στοιχείο στην τύχη του. Το μεν  ΚΚΕ έμεινε απ’ έξω γιατί δεν το σήκωνε το κλίμα που οι άλλοι διαμόρφωναν και το οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να αντιμετωπίσει πηγαίνοντας στο άλλο άκρο, στην άρνηση των διώξεων επί Στάλιν. Η δε άλλη Αριστερά, τόσο η λεγόμενη ανανεωτική όσο και η λεγόμενη επαναστατική, αγνόησε επιδεικτικά το θέμα θεωρώντας το ασήμαντο ή εθνικιστικό και απέφυγε, κατά συνήθεια, να εμπλακεί ενεργητικά σε ένα χώρο ζωντανό και μαζικό. Έτσι, οι μηχανισμοί του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, των οργανωμένων συμφερόντων, του κράτους και του παρακράτους, δεν βρήκαν καμία αντίσταση εξ αριστερών.

Οι όποιες πρόσφατες ενέργειες μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, με επετειακές ανακοινώσεις περί γενοκτονίας, χωρίς έμπρακτη παρέμβαση στο χώρο, είναι αποσπασματικές και δεν ξεφεύγουν από το ασφυκτικό πλαίσιο που έχουν καθορίσει οι μηχανισμοί που απρόσκοπτα διατηρούν την πρωτοβουλία των κινήσεων.Αναγνωρίζοντας τα δίκαια αιτήματα των Ελλήνων του Πόντου, η Αριστερά οφείλει να τα διαχειρίζεται με ευαισθησία εμμένοντας στη γραμμή της ειρηνικής συνύπαρξης και της συνεργασίας με τις χώρες της γειτονιάς μας. Έργο δύσκολο που προϋποθέτει καλοδουλεμένη συνολική εξωτερική πολιτική, που οι ελληνικές κυβερνήσεις ποτέ δεν είχαν.

Εάν ο Νόρμαν Φίνκελσταϊν χρησιμοποιεί τον όρο «βιομηχανία του ολοκαυτώματος», για να περιγράψει το τεράστιο project που χτίστηκε μεθοδικά για να εκμεταλλευτεί τον πόνο και τη φρίκη των Εβραίων προς όφελος ενός ολόκληρου συστήματος εξουσίας, ρατσιστικού και εθνικιστικού, μπορούμε, τηρώντας τις αναλογίες, να μιλήσουμε κι εμείς για τη «βιοτεχνία της ποντιακής γενοκτονίας». Όχι γιατί η μία φρίκη είναι λιγότερο φρίκη από την άλλη, αλλά γιατί ο μηχανισμός εκμετάλλευσης και οι επιπτώσεις αυτής της εκμετάλλευσης είναι μεγέθη ασυγκρίτως μεγαλύτερα στην πρώτη περίπτωση, τη σιωνιστική.

Κανένα άλλο κομμάτι του Ελληνισμού δεν έδειξε τόσο μεγάλο δυναμισμό μέσα στο όχι τόσο φιλικό περιβάλλον της σύγχρονης Ελλάδας. Κανένα άλλο κομμάτι δεν προσπάθησε με μεγαλύτερο ενθουσιασμό να διασώσει και να αναδείξει στοιχεία του παραδοσιακού του πολιτισμού. Κανένα άλλο κομμάτι του Ελληνισμού δεν τόνωσε με τέτοια συμμετοχή την κοινωνική ζωή και μάλιστα, σε μια εποχή που η παρακμή ήταν προ των πυλών. Αλλά και κανένα άλλο κομμάτι δεν έγινε αντικείμενο τόσο μεγάλης εκμετάλλευσης και απαξίωσης. Στη Ρωσία Έλληνας, στην Τουρκία Ρωμιός και στην Ελλάδα ξένος, λένε ακόμα, μελαγχολικά, οι Έλληνες του Πόντου.
  Από τον Δρόμο της Αριστεράς

Wednesday, May 20, 2015

Ένα από τα πιο συγκλονιστικά ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ της Γενοκτονίας των Ποντίων! Η κόλαση στον Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα

genoktonia


Έχουμε διαβάσει σχεδόν όλα τα ντοκουμέντα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Το παρακάτω, αξίζει να διαβαστεί από όλους. Δείχνει μία ακόμα «εφεύρεση αφαίρεσης ανθρώπινων ζωών» από τους τούρκους. Το αίμα που χύθηκε στον Πόντο, ζητά μέχρι και σήμερα δικαίωση! Και η δικαίωση θα έρθει για όλη την ανθρωπότητα, όταν δε θα επιτρέψουμε να ξανασυμβούν τέτοιες φρικτές καταστάσεις… Η ιστορική μνήμη, δεν πρέπει να μεταβληθεί σε ανάμνηση!


Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πάτλαμα, μία εικόνα κολάσεως
αντιγραφή από το βιβλίο του Γεωργίου Λαμψίδη Τοπάλ Οσμάν, antexoume

Ελάτε τώρα να παρακολουθήσουμε την ιστορία μιας μεγάλη εκκλησίας που το όνομά της έγινε συνώνυμο με την κόλαση.


Είναι μια πολίχνη το Πάτλαμα, που απέχει ένα τέταρτο της ώρας από την Κερασούντα. Δε θα είχε καμία αξία για την ιστορία μας αν εκεί δεν υπήρχε μία εκκλησία : Ο Άγιος Γεώργιος.

Όταν σήμερα αναφέρετε σε έναν ηλικιωμένο Πόντιο την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πάτλαμα, σας κοιτάζει αρκετά δευτερόλεπτα, έκπληκτος, ύστερα ξαναρωτάει:

  • Toν Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα;

Ανοιγοκλείνει τα μάτια του, σκέφτεται λίγο και :

  • Που τον θυμήθηκες! Λέγαμε να τα ξεχάσομε όλα…

Όμως οι ιστορικοί που περιέγραψαν την τελευταία περίοδο του Ελληνικού Πόντου δεν μπορούν να το ξεχάσουν. Επανέρχονται συνεχώς στον Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα για να δείξουν την φρίκη, την κατάντια, τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. “Και αυτοί οι δαίμονες της κολάσεως θα έφριττον ενώπιον της τοιάτης σκηνής…” αναφέρει έντρομος ο Βαλαβάνης που τα γεγονότα τα έζησε από πολύ κοντά. “Ήνοιξεν η θύρα της κολάσεως, διότι επωνομμάσθη ο Ναός του Αγίου Γεωργίου Πάτλαμα”, γράφει ο αποδημήσας το 1965 εις Κύριον Μητροπολίτης Νευροκοπίου και Ζιχνών Αγαθάγγελος και αφιερώνει πλείστες λεπτομέρειες για την κόλαση αυτή στο βιβλίο του “ Η ιστορία του εν Πόντω χωρίου Χόψα και η καταστροφή αυτής”.

Αλλά ας επανέλθουμε στη σειρά της αφηγήσεώς μας. Όπως γράψαμε ήδη, οι εκτοπισμοί και οι απελάσεις Ελήνων με τις οικογένειές τους δήθεν “ λόγω πολεμικών αναγκών” βρίσκονταν στην έντασή τους.

Πολλοί δραπέτευον από τις συνοδείες και διασκορπίζονταν σε διάφορες πόλεις, ιδίως στην Κερασούντα.

Εκεί όμως η κατάσταση μεβλήθηκε επικίνδυνα, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος. Οοι συνεχείς επιτάξεις και εκβιασμοί του Τοπάλ Οσμάν έσβησαν το εμπόριο της πόλεως. Εργασίες πλέον δεν υπήρχαν. Οι τιμές των τροφίμων εικοσαπλασιάστηκαν και η ζωή για τους καταφυγόντας εκεί εξόριστους έγινε πολύ δύσκολη.

Για να ζήσουν οι “λάθρα βιούντες” πρόσφυγες αναγκάσθηκαν να μεταφέρουν πάνω στους ώμους τους, στρατιωτικά τρόφιμα και πολεμοφόδια από την Κερασούντα στο Κουλάκ-Καγιάν, απόσταση που κανονικά ένας πεζός χωρίς φορτίο την διένυε σε εννέα ώρες. Οι φορτωμένοι όμως τα ανθρώπινα αυτά υποζύγια, άνδρες και γυναίκες, που έφερναν στους ώμους τους 25 οκάδες φορτίου, διένυαν αυτήν την απόσταση σε δύο μέρες. Για τις 25 αυτές οκάδες επληρώνοντο 50 γρόσια ενώ η οκά του καλαμποκίσιου ήταν 70 γρόσια. Δηλαδή το ημερομίσθιο δύο ημερών εξαντλητικής εργασίας αντιπροσώπευε λιγότερο από οκά καλαμποκίσιο ψωμί.

Δεν ήταν όμως μόνο η δυσκολία της διατροφής. Κάθε μέρα οι τσετέδες του Τοπάλ Οσμάν διέτρεχαν στην πόλη και ξεκαθάριζαν πρόσφυγες που ήσαν εγκαταλειμμένοι στις αχυρώνες, στους σταύλους και στα καμπαναριά. Και ήδη αναφέραμε τις τραγικές νύχτες που μάζευαν οι ορδές του Τοπάλ Οσμάν παιδιά και τα έπνιγαν στο λιμάνι της Κερασούντος.

Όσες απ’ αυτές τις οικογένειες των προσφύγων κατόρθωνε να συλλάβει ο στρατός και η χωροφυλακή, τις μετέφερε αμέσως στον Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα

Όμως ας αφήσωμε τον άλλοτε μητροπολίτη Νευροκοπίου και Ζιχνών Αγαθάγγελο να ανοίξει την αυλαία της τρομερής αυτής κολάσεως του Ποντιακού Ελληνισμού.

Δώδεκα οικογένειες από το χωριό Χόψα, που βρίσκονταν ανάμεσα στους χιλιάδες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Κερασούντα αποφάσισαν να φύγουν κρυφά για το Καράχισαρ κι από κει για τις ρώσικες γραμμές. Η απόφασή τους φυσικά ήταν εξαιρετικά παράτολμη γιατί και η απόσταση ήταν μεγάλη και οι κίνδυνοι στο δρόμο πολλοί.

Όμως ο άνθρωπος προτιμά το παράτολμο καμμία φορά όταν δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το θάνατο. Μήπως προ δύο μηνών η Δέσποινα Παχατουρίδου και η αδελφή της, Σουμέλα Καλαιτζίδου δεν έκαμαν το ίδιο και κατόρθωσαν να διαφύγουν στο ρώσικο έδαφος; Μήπως και άλλες οικογένειες δεν έκαμα το ίδιο και σώθηκαν; Τι σημαίνει αν μερικοί συνελήφθηκαν και εκτελέστηκαν επί τόπου; Ο καθένας με την τύχη του.

Και ένα πρωινό βροχερό και παγωμένο του Απριλίου του 1917 ξεκίνησαν οι 12 οικογένειες για τη σωτηρία ή τον θάνατο, χωρίς κανένα εφόδιο. Μάζευαν στο δρόμο χόρτα και σαλιγκάρια και με αυτά συντηρούνταν. Όταν βράδιασε, φθάσανε στο Τας-Χαν, όπου κατέλυσαν. Εκεί άναψαν φωτιά και για να ζεσταθούν και για να στεγνώσουν τα ρούχα τους, που ήταν μουσκεμένα από την ολοήμερη βροχή.

Τη στιγμή που γύρω από τη φωτιά ζεσταίνονταν τα μέλη των δώδεκα αυτών οικογενειών, άνοιξε η πόρτα απότομα και μπήκε μέσα ένα νέο παιδί 16 χρονών καταβρεγμένο, παγωμένο και τρομαγμένο. Από την παγωνιά και τον φόβο δεν μπορύσε να μιλήσει, είχαν ακινητοποιηθεί τα σαγόνια του.

Επί ένα τέταρτο της ώρας τον έτριβαν και τον ζέσταιναν ώσπου συνήλθε κάπως. Του έδωσαν τότε λίγα χόρτα και μερικά σαλιγκάρια ψημένα στη φωτιά να φάει γιατί ήταν θεονήστικος. Ανυπόμονοι οι άλλοι να μάθουν ποιος είναι και από που ήρθε τον είχαν κυκλώσει και περίμεναν να μιλήσει.

-Είμαι από το Κεπεκκλήσε της Τριπόλεως… άρχισε ο νέος με δυσκολία. Αφήστε με, δεν μπορώ να πω τι είδαν τα μάτια μου… αφήστε με. Είμαι τόσο ζαλισμένος! Κι έπεσε ξανά ανάσκελα.

Οι γύρω του κατατρόμαξαν και περίμεναν τη συνέχιση της διηγήσεως. Τους κοίταξε όλους, έτριψε λίγο τα χέρια για να ζεσταθεί και σε λίγο πήρε θάρρος.

-Είχαμε σκοπό να φύγουμε για τη Ρωσία, συνέχισε ο νέος με δυσκολία, όμως ήρθαν και μας ειδοποίησαν ότι θα εκτοπισθούμε… Έτσι πολλοί από το Κεπεκκλησε και το Τζαλ, για να γλυτώσουν τον εκτοπισμό, βγήκαν στα βουνά με τις οικογένειές τους. Εκεί περίμεναν δέκα μέρες την προέλαση των Ρώσων. Όμως η προέλαση δεν έγινε ποτέ.

Τα μάτια όλωνς ήσαν στραμμένα προς το παλληκάρι εκείνο που ανάσαινε βαρειά και προσπαθούσε να ανασηκωθεί . Δύο – τρεις έτρεξαν κοντά του και τον ξανακάθισαν στη θέση του.

  • Πες μας, πες μας, παλληκάρι μου και μη μας βασανίζεις, παρακάλεσε ένας γέρος.

Ο νέος έκανε μια ακόμη προσπάθεια, και ξανακάθισε πιο καλά στη θέση του. Όλοι σώπασαν να ακούσουν….

  • Όταν είδαν κι απόειδαν οι φευγάτοι στα βουνά πατριώτες μου πως δε θα έλθουν οι Ρώσοι κατέβηκαν και παραδόθηκαν στους τούρκους. Οι τροφές τους είχαν τελειώσει και τα γυναικόπαιδα δεν άντεχαν πια… όμως τι να σας πω, τι είδαν τα μάτια μου… Ήταν τόσο φοβερό. Μερικούς σκότωσαν αμέσως ή τους σφάξανε μπροστά στα μάτια μας και τους άλλους τους άρχισαν με χοντρά ραβδιά στο ξύλο.

Εγύμνωσαν άνδρες και γυναίκες

Όταν πια τέλειωσαν αυτά, μας ανάγκασαν όλους να γδυθούμε, άνδρες και γυναίκες και να βαδίσουμε… Βαδίσαμε έτσι, σε αυτά τα χάλια, δυο μέρες μέσα στα βουνά. Ο ένας ντρεπόταν τον άλλον και οι κακόμοιρες οι γυναίκες μας… προσπαθούσαν να κσεπασθούν με τα κουρέλια και τα τσουβάλια που βρήκαν σε ένα έρημο ελληνικό χωριό.

Ο νέος σκούπισε με το χέρι του τα δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλά του. Εκλαιγε. Έκλαιγαν όλοι. Έκλαιγαν για αυτούς που τα υπέστησαν και έκλαιγαν για την ίδια τους την τύχη.

  • Μας πήγαιναν για το Καραχισάρ, συνέχισε το παλληκάρι αφού κάπως ησύχασαν όλοι. Για να πάμε στο Καράχισαρ, έπρεπε να περάσωμε το βουνό Είριπελ που ήταν χιονισμένο… Κρύος παγωμένος αέρας τρυπούσε τα γυμνά κορμιά μας… Εκεί ήταν το τέλος… Κάπου 450 ψυχές πάγωσαν εκεί στο Είριπελ… Το πρωί το χιόνι τους είχε σκεπάσει όλους….

Ο νέος έκλαιγε με αναφυλλητά, όπως έκλαιγαν κι όλοι…

  • Μάνα μου, μάνα μου, φώναζε ο νέος στα αναφυλλητά του. Την κρατούσα ως την τελευταία στιγμή. Και τον Ισακ, τον μικρό μου αδελφό, τον έσερνα από το χέρι, ώσπου τον άφησα κάτω… Δεν μπορούσε πια να περπατήσει… Νικόλα, μου είπε, κρύωνω… παγώνω… και έκλεισε το στόμα του. Επάγωσε… Τρεις σωθήκαμε… Εγώ έφυγα και πήγα στο Τζαλ, βρήκα ρούχα και έπεσα μέσα στα βουνά να βρω σωτηρία….

Το βράδυ εκείνο, στο χάνι του Τας-Χαν ήταν κλαυθός και οδυρμός. Έκλαιγαν και ολοφύρονταν. Τι τους περίμενε πλέον; ο θάνατος, ένας θάνατος βασανιστικός και αργός.

  • Φθάνει πια, φώναξε ένας ηλικιωμένος. Κλαίμε τους άλλους και δεν κοιτάμε τι θα κάνομε εμείς. Και εκεί θάνατος και εδώ θάνατος… Όπου κι άν είναι θα παλαίψωμε να σωθούμε…

Οι φωνές αυτές έφεραν κάποια ησυχία στο χάνι και πολλοί κούρνισαν να κοιμηθούν τον ανήσυχο ύπνο τους.

Το πρωί έβρεχε δυνατά και όμως έπρεπε να ξεκινήσουν. Δεν μπορούσαν να μείνουν στο χάνι αυτό. Θα τραβούσαν για το Καράχισαρ κι ότι βρέξει…

Τη στιγμή που ήσαν έτοιμοι να ξεκινήσουν, παρουσιάσθηκαν μπροστά τους δύο τζανταρμάδες (χωροφυλακες) και ζήτησαν την άδεια μετακινήσεώς τους. Όμως τέτοια άδεια δεν υπήρχε. Οι 12 αυτές οικογένειες έφευγαν κρυφά.

Οι χωροφύλακες εμπόδισαν τότε την αναχώρησή τους και ζήτησαν τληεφωνικώς οδηγίες απ’ την Κερασούντα. Και οι στρατιωτικές αρχές Κερασούντος έδωσαν εντολή να επιστρέψουν οι οικογένειες αυτές συνοδεία χωροφυλάκων.

Μέσα στη δυνατή βροχή και το κρύο η θλιβερή συνοδεία των 12 οικογενειών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και ο δυστυχής νέος, ο Νικόλας, που γλύτωσε από την παγωνιά του βουνού Είριπελ, πήγαινε πίσω προς την Κερασούντα. Βάδιζαν όλη τη μέρα και προς το βράδυ έφθασαν στα πρώτα σπίτια της μαρτυρικής πόλεως, όπου ωδηγήθησαν κατευθείαν στην αυλή των φυλακών και εκεί κούρνιασαν τρέμοντας για να ησυχάσουν λίγο.

Ύστερα από δύο ώρες παρουσιάστηκε μπροστά τους ένας αξιωματικός. Οι Έλληνες βρεγμένοι και νηστικοί, χάρηκαν όταν είδαν αξιωματικό. Έτρεξαν κοντά του για να τον παρακαλέσουν να τους βάλει στη φλυακή για να σωθούν!!! Όμως οι τεμενάδες και οι θερμές παρακλήσεις που του κάνανε δεν ωφέλησαν σε τίποτα.

Ο τούρκος αξιωματικός μόλις τους αντίκρυσε, χωρίς να περιμένει να τελειώσουν τα παρακάλια τους, τους ρώτησε από που είναι. Όταν πληροφορήθηκε ότι προέρχονται από τα χωριά της Αργυρουπόλεως έγινε έξω φρενών και άρχισε να τους βρίζει και να τους απειλεί με τουφεκισμούς και με σφαγές. “Την πατρίδα σας δε θα την ξαναδείτε”, τους είπε με οργή. “Θα σας πετσοκόψει όλους ο Τοπάλ Οσμάν…” Τους έβρισε χυδαία απώθησε τις γυναίκες που τον παρακαλούσαν και έδειρε δυο-τρεις άντρες που τόλμησαν να του ζητήσουν μια στέγη να στεγνώσουν και να ζεσταθούν.” Θα σας στείλω, τους είπε, σε μια καλή στέγη για να ησυχάσετε για καλά…”

Έγραψε ένα σημείωμα που το έδωσε στους χωροφύλακες και τους διέταξε να μεταφέρουν τους βρωμορωμηούς στο Πάτλαμα.

Οι χωροφύλακες με τους υποκοπάνους άρχισαν να τους χτυπούν και να τους σπρώχνουν να βγουν έξω από το προαύλιο των φυλακών. Παρά τη συνεχιζόμενη βροχή και το σκοτάδι, που τύλιξε τα πάντα, οι δυστυχισμένες οικογένειες, σε άθλια κατάσταση, ξεκίνησαν για το Πάτλαμα.

Κάπως τότε πήραν θάρρος. Πίστεψαν πως στο Πάτλαμα θα έβρισκαν στέγη, τροφή και λίγη φωτιά να ζεσταθούν. Και βιάζοταν στο σκοτάδι, σέρνοντας τα πόδια τους και τα παιδιά τους, να φτάσουν το γρηγορότερο.

Όμως, η διάψευση των ελπίδων τους ήρθε πολύ σύντομα. Μόλις φθάσανε στο Πάτλαμα οδηγήθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Η εκκλησία δεν ήταν πολύ μεγάλη, μόλις χωρούσε 200 ανθρώπους ορθίους και μάλιστα, κάπως ασφυκτικά. Αυτό όμως δεν τους πείραζε, θα βολεύονταν μέσα στην εκκλησία – ήταν δεν ήταν 60 άτομα – και θα ξάπλωναν τουλάχιστον να ζεσταθούν και να στεγνώσουν.

Όταν μπήκαν στον αυλόγυρο της εκκλησίας αντίκρυσαν έναν τζανταρμά να στέκεται φρουρός στην πόρτα και να κρατάει με ένα μαντήλι τη μύτη του.

Μερικοί κάτι υποσιάστηκαν, αλλά δεν έδωσαν μεγάλη σημασία. Μπορούσαν όλα να τα φναταστούν, όχι όμως και αυτό που αντίκρυσαν μόλις άνοιξε η πόρτα και τους έπρωξαν με τον υποκόπανο οι τζανταρμάδες να μπουν γρήγορα μέσα.

Μέσα στην κόλαση

Βρώμα, μπόχα, αλλαλαγμοί και θρήνοι ήταν τα πρώτα που τους υποδέχτηκαν, μόλις άνοιξε η πόρτα της εκκλησίας. Βρώμα ακαθαρσιών, βρώμα πεθαμένων, βρώμα καπνιάς, βρώμα ανυπόφορη, σκοτάδι. Πατούσαν, σπρωχνόμενοι από τους άλλους πίσω, πάνω σε ανθρώπινα σώματα που άλλοι τους έβριζαν κι άλλοι ήταν άφωνοι – ήταν πτώματα. Στμάτησαν σε ένα σημείο όρθιοι και περίμεναν να συνηθίσουν κάπως το σκοτάδι. Μερικοί έκαναν να φτάσουν στα παράθυρα, να πάρουν λίγο καθαρό αέρα. Ήταν όμως αδύνατο. Άνθρωποι ήταν κουλουριασμένοι παντού, δεν μπορούσαν να ξαπλώσουν, να ησυχάσουν κάπως. Ήταν παντού το αδιαχώρητο. Πάνω από 300 άτομα – ζωντανοί και πεθαμένοι – ήταν κλεισμένοι σ’αυτό το μικρό χώρο που χωρούσε, όπως είπαμε μόνο 200 και αυτούς όρθιους.

Παρ’ όλο ότι ήταν νύκτα όλοι σχεδόν ήταν ξυπνητοί. Φώναζαν, έκλαιγαν. Παρακαλούσαν τους τζανταρμάδες να τους βγάλουν και να τους ρίξουν στην θάλασσα, που ήταν παρέκει να ησυχάσουν. Άλλοι παρακαλούσαν τον Θεό να τους πάρει, να γλυτώσουν μέσα απ’ αυτή την κόλαση. Άλλοι πάλι έβριζαν. “Συνεχώς έβριζαν και βλασφημούσαν”…

Οι νεοεισελθόντες παρέμειναν έτσι όρθιοι και περίμεναν να συνηθίσει το μάτι τους στο σκοτάδι για να δουν τι θα κάνουν, που θα βολευτούν. Σε λίγο άρχισαν να ξεδιαλύνουν τα γύρω, να βλέπουν τους ανθρώπινους όγκους στοιβαγμένους. Κοντά τους ήταν μια γριά που πάλευε με το θάνατο από την πείνα. Προσπαθούσε κάτι να πει ζητούσε ολοένα κάτι να φάει…. Σε λίγο σώπασε. Απ’έξω άρχισε να ξημερώνει.

Παρέκει ήταν ένας γέρος που είχε δίπλα του μια νέα γυναίκα, τη θυγατέρα του, που ήταν αναίσθητη. Ο γέρος δεν ηξερε τι να κάνει, την κουνούσε, της μιλούσε. Αυτή τίποτα. Ύστερα, σα να φωτίσθηκε από μια ιδέα, έβγαλε από το ένα πόδι του το τσαρούχι, που το έκοψε σε μικρά κομμτάκια με ένα μικρό μαχαιράκι και έδωσε ένα στην κόρη του.

-Συμέλα, να τρως

Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της κι άρχισε να μασάει αργά, αλλά με βουλιμία το κομμάτι του τσαρουχιού. Ζήτησε κι άλλο κι άλλο. Ο γέρος και η κοπέλα έφαγαν το ένα τσαρούχι κι άρχισαν και το δεύτερο.

Τον γέρο τον πήραν είδηση άλλοι, οι οποίοι άρχισαν το ίδιο. Όσοι δεν είχαν μαχαιράκια ζητούσαν από τους άλλους, οι οποίοι δεν τα έδιναν αν δεν έπαιρναν σαν αντάλλαγμα ένα κομμάτι. Οι άνθρωποι μεταβλήθηκαν σε πεινασμένα τσακάλια που κατεβρόχθιζαν τα τσαρούχια τους.

Η Κυριακή Τσαούση του Παύλου (συγγενής του Μητροπολίτου Νευροκοπίου και Ζιχνών , ο οποίος μας δίνει αυτές τις φρικτές εικόνες) βλέποντας όλα αυτά τα φοβερά είπε σιγανά:

-Καλά που κι τρώγνε και τ’αποθαμέντς (καλά που δεν τρώνε και τους πεθαμένους).

Η διπλανή της απάντησε πως δεν τουε τρώνε γιατί βρωμούν, αλλιώς δε θα άφηναν ούτε τα κόκκαλά τους. Μήπως όμως το τσαρούχι είναι καλύερο; πρόσθεσε μία άλλη. Μία άλλη γυναίκα επενέβει και είπε να μη φωνάζουν γιατί μπορεί να τ’ ακούσουν και να αρχίσουν να τρώνε και τους πεθαμένους.

Τη στιγμή εκείνη στο βάθος γινόταν καυγάς. Ακουγόταν μια γυναικεία φωνή που έλεγε:

-Δεν ντρέπεσαι να μου κλέψεις το τσαρούχι την ώρα που κοιμόμουνα; Δεν έλεγες ότι έχω κι εγώ ψυχή;

Η άλλη φώναζε, διαμαρτυρόταν ότι δεν της το πήρε. Αλλά ύστερα το έβγαλε από τον κόρφο της και της το έδωσε μισοφαγωμένο.

Την πείνα την έκανε χειρότερη η απερίγραπτη ακαθαρσία μέσα στο Ναό. Σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να βγει για την φυσική του ανάγκη. Όσοι πέθαιναν τους έβαζαν μέσα στο Ιερό, άταφους. Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Σκοπίμως δεν επέτρεπαν την ταφή των νεκρών, μόνο και μόνο για να προκληθούν αρρώστειες και να πεθάνουν όλοι μέσα στο Ναό.

“Τούρκος γιατρός ο Απτούλ Βεχάπ, αναφέρει ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης στο βιβλίο του “Ο Πόντος ανά τους αιώνας” περιγράφοντας την κόλαση του Πάτλαμα, διαταχθείς, προς τήρησιν των προσχημάτων, να επισκεφτεί το Ναό δεν μπόρεσε να πλησιάσει λόγω της πυκνής δυσοσμίας και δήλωσε εγγράφως στις αρχές της Κερασούντας, ότι εκεί είναι μακελειό-μακτελχανέ.

Την επόμενη με την ανατολή, άνοιξε η πόρτα της κολάσεως. Αμέσως όλοι έστρεψαν τα βλέματά τους προς την πόρτα. Όλοι ανέμεναν βοήθεια εκ μέρους των Κερασουντίων. Αλλά που βοήθεια…! Οι Κερασούντιοι τρομοκρατημένοι, όχι μόον αδυνατούσαν να μεσολαβήσουν υπέρ των εγκλείστων, αλλά ούτε υλική βοήθεια δεν τολμούσαν να παρέχουν. Άνοιξε η πόρτα και νέα θύματα μπήκαν στην κόλαση. Οι εισελθόντες ήταν 12. Ο αριθμός 500 όμως δεν είχε συμπληρωθεί ακόμα. Είχε δοθεί διαταγή από τον στρατιωτικό διοικητή προς την χωροφυλακή ότι μόλις συμπληρωθούν 500 άτομα να απελαθούν προς Τοκάτ οι έγκλειστοι. Ο αριθμός αυτός εύκολα μπορούσε να συμπληρωθεί σε μία και μόν ημέρα, διότι οι πρόσφυγες ήταν πολλοί. Σκοπίμως όμως δεν τον συμπλήρωναν για να αποδεκατισθούν από τις αρρώστειες και την πείνα. Ήταν σατανικό το σχέδιο του διοικητή. Ο αριθμός 500 δεν γινόταν να συμπληρωθεί γιατί όσοι έμπαιναν άλλοι τόσοι πέθαιναν εντός του Ναού…

Για μια στιγμή ένας μικρός απ’έξω που ξέφυγε την προσοχή των χωροφυλάκων, παρουσιάστηκε σε ένα παράθυρο της εκκλησίας πουλώντας φουντούκια και ψωμί από φουντούκια. Όσοι είχαν χρήματα έτρεξαν στο παράθυρο, πατώντας πάνω σε άλλους για να αγοράσουν. Ο θόρυβος όμως που έγινε τους πρόδωσε. Οι χωροφύλακες έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει, συνέλαβαν τον μικρό και αφού τον ξυλοκόπησαν άγρια του πήραν τα λεφτά και τα είδη που είχε μαζί του.

Τότε οι έγκλειστοι της κολάσεως σαν από σύνθημα φώναξαν. “Θεέ μου που βρίσκεσαι; Υπάρχεις ή δεν υπάρχεις; Άγιε Γεώργις, πρόφθασε θα πεθάνουμε όλοι εδώ μέσα από την πείνα…”

Οι κραυγές αυτές συνεχίζονταν επί μερικά λεπτά. Ο χωροφύλακας που ήταν φρουρός – κέρβερος, άνοιξε την πόρτα και ούρλιαξε να κάνουν ησυχία αλλιώς θα πυροβολήσει όποιον τύχει.

Τότε μερικές γυναίκες παρεκάλεσαν να τους επιτρέψει να βγουν έξω για να σβήσουν τη δίψα τους και για τη φυσική τους ανάγκη.

Παραδόξως ο άγριος ως δια μαγείας, εξημερώθη. Ο άσπλαχνος, μαλάκωσε.΄Ετσι περί το μεσημέρι, τοποθέτησε στον τοίχο της αυλόγυρου χωροφύλακες μη τυχόν δραπετεύσει κανείς και έπειτα άνοιξε την πόρτα και διέταξε να βγουν έξω όλοι. Ταυτόχρονα, διέταξε μερικούς νέους να συγκεντρώσουν τους νεκρούς εντός του Ιερού Βήματος και να καθαρίσουν το Ναό. Δυστυχώς αν και αυτή η διαταγή ήταν για το καλό των εγκλείστων , δεν εκτελέστηκε και όλοι μαζί σαν ένας άνθρωπος ώρμηξαν προς τα έξω , άλλοι προς τον κοντινό ποταμό για να σβήσουν τη δίψα τους, κι άλλοι για να να μαζέψουν χόρτα, άλλοι ανέβηκαν σε δέντρα όπου έτρωγαν ακόμα και τα φύλλα με απληστία. Οι δεσμοφύλακες, παρατηρούσαν αυτό το φρικτό θέαμα και χαιρέκακα γελούσαν. Μετά από μία περίπου ώρα διετάχθησαν να επιστρέψουν στην κόλαση.

Την επόμενη μέρα, μάταια περίμεναν βοήθεια από τους Κερασούντιους. Νέα απελπισία. Άγριες φωνές. Ο ενωματάρχης εξαγριωμένος, μπήκε μέσα και ξυλοκόπησε πολλούς. Αλλά και οι πρόσφυγες, απείλησαν να τον ξυλοκοπήσουν. Αντιλήφθηκε την απελπισία τους και φοβούμενος μην τυχόν σπάσουν την πόρτα, τους υποσχέθηκε ότι θα βγουν. Και όντως το μεσημέρι, επέτρεψε να βγουν, κυρίως για να στεγνώσουν τα ρούχα τους που ήταν καταβρεγμένα από τα ούρα τους, μιας και δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να τα κρατήσουν για 24 ώρες! Αμέσως μόλις βγήκαν άρχισαν να ψάχνουν για τροφή…Έπειτα ξάπλωναν όπως τα ζώα κατά γης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί πλέον είχαν αποκτηνωθεί!!!

Όσοι είχαν άλλα ρούχα, έβγαζαν τα ακάθαρτα, φορούσαν τα καθαρά και προσπαθούσαν να πλύνουν στο ποταμάκι τα βρώμικα. Οι υπόλοιποι που δεν είχαν δεύτερα ρούχα δεν μπορούσε να τους πλησιάσει κανένας. Αυτή τη μέρα έμειναν έξω για τρεις περίπου ώρες. Αφού μπήκαν μέσα, διεπίστωσαν ότι μία γυναίκα και δυο παιδιά, κρύφτηκαν σε ένα δέντρο και όση ώρα οι χωροφύλακες, ασχολούνταν με την είσοδο των υπολοίπων δραπέτευσαν.

Κατά τη δύση του ηλίου έφεραν έναν παπά. Τη στιγμή που μπήκε μια γυναίκα μπροστά του, πέθαινε από την πείνα. Ο παπάς κατάπληκτος φώναξε.

-Θεέ μου τι βλέπω!

Και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα. Δεν είχε τελειώσει το κλάμα όταν μία γυναίκα του φώναξε:

Έλα πάτερ, να διαβάσεις μια ευχή, εδώ μια γυναίκα πεθαίνει….

-Όποιος μπαίνει μέσα σ’αυτή την κόλαση, απάντησε ο παπάς, οι αμαρτίες του συγχωρούνται… δεν έχει ανάγκη από ευχές…

Από τη στιγμή όμως εκείνη η όψη του ιερέως άλλαξε και σε λίγο, αδυνατώντας να υποφέρει την τρομερή δυσοσμία έπεσε αναίσθητος. Οι γύρω του τότε, άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα του πάρει τα τσαρούχια.

Ο ιερέας μέσα στην παραζάλη του είπε σιγανά:

Περιμένετε να πεθάνω πρώτα…

Δεν πέρασαν μερικά λεπτά και ακούσθηκε μέσα από το Άγιο Βήμα, όπου μετέφεραν τους νεκρούς μία φωνή.: “Πεινώ, πεινώωωωω…Θεέ μου, Παναγιά μου…”

Μερικοί νέοι σηκώθηκαν να δουν τι συμβαίνει. Ήταν μια γυναίκα που την μετέφεραν εκεί την προηγούμενη μέρα για νεκρή. Αλλά και αυτές οι λέξεις της ήταν οι τελευταίες της, οι επιθανάτιες. Είχε πλέον πεθάνει για τα καλά…

Ένα παιδί ζωντανό στον τάφο

Ο ιερέας την άλλη μέρα “εκοιμήθη εν Κυρίω”. Όλοι τον μακάρισαν γιατί πέθανε, χωρίς να υποφέρει πολύ. “ Αιωνία του η μνήμη” φώναξαν όλοι.

Ήταν πεσμένος εκεί με το πρόσωπο που έδειχνε τον τρόμο του. Τα πόδια του όμως ήταν γυμνά. Τα τσαρούχια τη νύχτα καταφαγώθηκαν. Ποιος τα πήρε; Δύο κοπέλες μάλλωναν κατηγορώντας η μία την άλλη…

Μπαίνει ένας χωροφύλακας, παίρνει 9 νέους και τους οδηγεί έξω. Εκεί τους διατάζει να σκάψουν τριες λάκκους. Αυτοί αν και εξαντλημένοι από την πείνα, τους ετοίμασαν.Έπειτα διατάζει όλους να βγουν έξω και έδωσε σε πέντε γυναίκες πέντε σάραθρα για να καθαρίσουν το Ναό. Αφού τελείωσε και αυτή η εργασία, μετέφεραν όλους τους νεκρούς στους λάκκους όπου και τους έθαψαν. Στον μεγαλύτερο λάκκο, έθαψαν 4 άνδρες και 2 γυναίκες. Στο δεύτερο λάκκο, 3 γυναίκες, 1 νέο και 1 νέα και στον τρίτο λάκκο τον ιερέα, μια γυναίκα και ένα παιδί περίπου δέκα ετών, συνολικά 14 άτομα. Το παίδι την ώρα που το έθαβαν άρχισε να κινείται!!! ίσως επειδή αναζοωγωνήθηκε από τον φρέσκο αέρα. Ο επικεφαλής, το ανθρωπόμορφο τέρας όμως, παρά τις ενδείξεις ότι το δεκάχρονο παιδί ήταν ζωντανό, διέταξε να το θάψουν και έτσι το δύσμοιρο, θάφτηκε ζωντανό…

Μια μέρα από την απελπισία τους μερικοί νέοι και γνυαίκες αποφάσισαν να δραπετεύσουν απ’αυτή την κόλαση. Προσπάθησαν να σπάσουν την πόρτα.

Μάταια όμως γιατί οι χωροφύλακες καμία στιγμή δεν απομακρύνονταν από τη θέση τους. Μετά το μεσημέρι, έπιασε δυνατή βροχή, που ανάγκασε τους χωροφύλακες, να καταφύγουν στο σπίτι ενός τούρκου. Οι νέοι τότε, ξαναπροσπάθησαν να ανοίξουν την πόρτα. Μαζί με τις γυναίκες έβαλαν όση δύναμη είχαν και τελικά η πόρτα υποχώρησε. Περίπου τριάντα άτομα νέοι,νέες και γυναίκες διέφυγαν και σώθηκαν. Οι χωροφύλακες επιδόρθωσαν την πόρτα και ορκίστηκαν να μην επιτρέψουν να ξαναβγεί κανένας. Έτσι όσοι περέμειναν στην κόλαση, υπέστησαν τις συνέπειες. Το απόγευμα, έβαλαν μέσα άλλα 70 άτομα, 50 γυναίκες, 7 άντρες και 13 παιδιά.

Πόσοι έζησαν από την κόλαση του Πάτλαμα; Πολλοί λίγοι. Γιατί ενώ καθημερινά έφερναν νέους, οι νεκροί αραίωναν τις τάξεις των ζωντανών. Ο Πανάρετος Τοπαλίδης, γράφει ότι “περίπου 3000 Έλληνες βρήκαν το θάνατο εντός του Ναού…”